(c) OrthodoxAnswers.gr
Δευτέρα , 18 Ιούνιος 2018
Ειδοποιήσεις
Αρχική » θέματα πίστεως-κατηχήσεως » Ο Γάμος στην Κανά της Γαλιλαίας και η ερμηνεία της περικοπής, από τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο

Ο Γάμος στην Κανά της Γαλιλαίας και η ερμηνεία της περικοπής, από τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο

Τρεῖς ἡμέρας μετά τά γεγονότα αὐτά, (της Βαπτίσεως του Ιησού υπό τον Ιωάννη), «γάμος ἐγένετο ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας…ἐκλήθη δὲ καὶ ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὸν γάμον.». ‘Εκλήθη εἰς τόν γάμον ὄχι ὡς μεγάλος ἄνθρωπος, ἀλλά ὡς ἁπλός καί γνωστός, διότι ὁ Εὐαγγελιστής συμπληρώνει, «καί ἦν ἡ Μήτηρ τοῦ ‘Ιησοῦ ἐκεῖ», διά νά μᾶς δείξῃ ὅτι τόσον ἡ Μήτηρ του, ὅσον καί αὐτός ἦσαν γνωστοί. «Καί ὑστερήσαντος οἴνου, λέγει ἡ Μήτηρ τοῦ ‘Ιησοῦ πρός Αὐτόν· οἶνον οὐκ ἔχουσι». Διατί ὅμως ἡ Μήτηρ του τοῦ εἶπεν «οἶνον οὐκ ἔχουσι» ἐνῶ μέχρι τότε ὀ ‘Ιησοῦς δέν εἶχε κάμει κανένα θαῦμα;. Διά νά μεγαλοφρονήσῃ περί Αὐτοῦ; ῾Η Μήτηρ Του, ὡς Θεοδίδακτος, ἐγνώριζεν ὅσα ἐλέγοντο περί Αὐτοῦ, καί ἀπό τήν σύλληψίν Του, τήν γέννησίν Του, καί τήν μαρτυρίαν τοῦ ‘Ιωάννου, «καί διετήρη ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς».

Μέχρι τότε ὅμως, ἄν καί ἐγνώριζε ποῖος ἦτο δέν τοῦ ἐζήτησε τίποτα, διότι ὁ ‘Ιησοῦς ἔζη ἀφανῶς, καί τότε ἤρχισε νά ἐμφανίζεται δημοσίως. Τότε λοιπόν καί ἡ Μήτηρ Του, ὅταν ἔμαθεν ὅτι ὁ ‘Ιωάννης ἦλθε δι’ Αὐτόν καί ἐματύρησε περί Αὐτοῦ, ὁ ἴδιος δέ εἶχε καλέσει μαθητάς, τότε ἀδιστάκτως τόν παρακαλεῖ, γνωρίζουσα τί ἠμπορεῖ νά κάνῃ. Τοῦ λέγει, «οἶνον οὐκ ἔχουσι», διά νά συνδέσῃ τούς ἐκεῖ εὑρισκομένους μέ τήν εὐεργεσίαν Του. Πιθανόν ὅμως νά εἶχε πάθῃ κάτι τό ἀνθρώπινον, καί ἠθέλησε νά καταστήσῃ τόν ἑαυτόν της λαμπρότερον διά τόν Υἱόν της, καί νά ἔχῃ τήν πρώτην θέσιν ἐπειδή ἦτο Μήτηρ Του, ἀλλά καί οἱ ἀδελφοί του νά ὠφεληθοῦν τήν δόξαν ἀπό τό θαῦμα του, ἐπειδή ἀκόμα δέν εἶχαν πιστεύσει εἰς Αὐτόν καί δέν εἶχαν σχηματίσει σαφῆ γνώμην περί τοῦ τίνος ἐπρόκειτο, δι’ αὐτό καί ἄλλοτε τοῦ ἔλεγον, «δεῖξον σ’ ἑαυτόν τῷ κόσμῳ». Διά τόν λόγον τοῦτον ὁ ‘Ιησοῦς ἀπήντησε κάπως αὐστηρά εἰς τήν Μητέρα Του λέγων. Τί μέ προστάζεις Μῆτερ, δέν ἦλθεν ἀκόμα ἡ ὥρα (καιρός) νά ἀπελευθερωθῶ καί ἐγώ ἀπό τήν κηδεμονίαν σου; Τοῦτο δέ ἐπειδή ὑπῆρχε συνήθεια εἰς τούς ‘Ιουδαίους, οἱ γονεῖς νά ἔχουν ἀξιώσεις ἀπό τά τέκνα των, καί νά προστάζουν εἰς αὐτούς τά πάντα, ἐνῶ θά ἔπρεπε νά τόν παρακαλῇ καί τόν σέβεται ὡς Κύριον καί Θεόν. ‘Εγνώριζε βέβαια ποῖος ἦτο, ἀλλά δέν εἶχε σχηματίσει ἀκόμα τήν γνώμην πού ἔπρεπε. Τοῦτο προκύπτει καί  ἀπό ἄλλην περίπτωσιν, ὅταν ὁ ‘Ιησοῦς ἐκήρυττε, τοῦ παραγγέλλει ὅτι τόν ἐζήτει μαζί μέ τούς ἀδελφούς του, ὡσάν νά εἶχε τό δικαίωμα καί τήν ἐξουσίαν ὡς Μήτηρ Του νά τόν προστάζῃ. Δι’ αὐτό καί ὁ ‘Ιησοῦς ἀπήντησε «ποία ἡ Μήτηρ μου καί οἱ ἀδελφοί μου;» ῎Οχι ὅτι δέν ἐσέβετο τήν Μητέρα Του, διότι ἐπάνω εἰς τόν Σταυρόν πού ἦτο, ἔδειξε τόσο ἐνδιαφέρον δι’ αὐτήν, καί κατά τόν Εὐαγγελιστήν Λουκᾶν «ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς», ἀλλά διά νά τήν ὠφελήσῃ καί νά μή τήν ἀφήσῃ νά σκέπτεται ταπεινά περί Αὐτοῦ. Εἰς τήν δευτέραν ἑρμηνείαν, ὡσάν νά καθησυχάζῃ τήν Μητέρα του, ὅτι δέν ἦλθεν ἀκόμα ἡ ὥρα νά πράξῃ αὐτό πού ἡ Μήτηρ Του ἐζήτει, διότι ἔπρεπε πρῶτα νά παρακληθῇ ἀπό τούς ἔχοντας ἀνάγκην καί ὄχι ἀπ’ αὐτήν. Διότι τό θαῦμα, ὅταν γίνεται μέ παράκλησιν τοῦ ἔχοντος ἀνάγκην, τότε ἡ ὠφέλεια εἶναι μεγάλη ἀπηλλαγμένη πάσης ὑποψίας, μαγείας ἤ φαντασίας. Διά τοῦτον τόν λόγον ἀπήντησεν αὐστηρά, «τί ἐμοί καί σοί γύναι;», διά νά τήν νουθετήσῃ εἰς τό μέλλον νά μή σκέπτεται ταπεινά, διότι Αὐτός ἐφρόντιζε μέν διά τήν πρός τήν Μητέρα Του τιμήν, ἀλλά καί διά τήν σωτηρίαν τῶν ψυχῶν καί τήν εὐεργεσίαν τῶν πολλῶν, διά τήν ὁποίαν καί ἐσαρκώθη. Κατά συνέπειαν τά λόγια αὐτά δέν ἐσήμαιναν αὐθάδειαν ἤ ἀπειθαρχίαν πρός τήν Μητέρα, ἀλλά μεγάλην οἰκονομίαν. Καί ἐκείνην ἐδίδασκε καί τά θαύματα προέβλεπε νά γίνωνται μέ τήν ἁρμόζουσαν τάξιν καί ἀξίαν. Τοῦτο κατανοοῦσα ἡ Μήτηρ Του, λέγει εἰς τούς ὑπηρέτας. «῞Ο,τι ἄν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε», βεβαία ὅτι ὁ ‘Ιησοῦς θά ἔκαμεν ἐκεῖνο πού ἔπρεπε.

‘Αφοῦ ἀπήντησεν ἔτσι εἰς τήν Μητέρα Του, διατί ἀμέσως ἔκαμε αὐτό πού τοῦ εἶπεν αὐτή;. Διά δύο λόγους α) διά νά δείξῃ ὅτι δέν ἦτο ὑποτεταγμένος εἰς τόν χρόνον, διότι ἀλλοιῶς πῶς θά ἔκαμνεν αὐτό πού ἔκαμεν ἀφοῦ δέν εἶχεν ἔλθει ἡ ὥρα πού ἔπρεπε καί β) διά νά τιμήσῃ τήν Μητέρα Του καί μή προσβάλῃ αὐτήν πού τόν ἐγέννησε καί φανῇ ἔτσι, ὅτι συνεχῶς ἀντιλέγῃ εἰς αὐτήν καί ἀποκτήσῃ φήμην ἀδυναμίας.

῞Οταν λέγει, «οὔπω ἤκει ἡ ὥρα μου», δέν ἐννοεῖ τόν χρόνον καί ἀδυνατεῖ δι’ αὐτό, διότι αὐτός ἦτο ὑπεράνω τοῦ χρόνου, ἀλλά δέν εἶχε ἔλθει ἡ κατάλληλη ὥρα, διότι ἔπρεπε νά τό ζητήσουν αὐτοί πού εἶχαν τήν ἀνάγκην καί νά τόν παρακαλέσουν, διά τούς λόγους πού ἐλέχθησαν ἀνωτέρω, ὅπως καί ἔγινε. ῞Οταν ἦλθον οἱ ὑπηρέται, προειδοποιηθέντες ἀπό τήν Μητέρα Του, εἰς τό πρόσταγμα τοῦ ‘Ιησοῦ, «γεμίσατε τάς ὑδρίας ὕδατος», ἀμέσως ἔπραξαν τό προστασσόμενο, διότι λέγει ὁ Εὐαγγελιστής, «ἦσαν ἐκεῖ ὑδρίαι λίθιναι ἕξὅ». Τότε ὁ ‘Ιησοῦς τούς παραγγέλλει νά ἀντλήσουν ἀπό τό ὕδωρ πού ἔβαλαν εἰς τάς ὑδρίας καί νά φωνάξουν νά ἔλθῃ ὁ ἀρχιτρίκλινος νά δοκιμάσῃ. «’Αντλήσατε νῦν, καί φέρετε τῷ ἀρχιτρικλίνῳ». ῞Οταν ὁ ἀρχιτρίκλινος ἐδοκίμασε, μετ’ ἐκπλήξεως διεπίστωσεν ὅτι τό ὕδωρ εἶχε μεταβληθεῖ εἰς οἶνον, καί δέν ἐγνώριζε τοῦτο πῶς ἔγινε, παρά μόνον οἱ ὑπηρέται οἱ ὁποῖοι ἐγέμισαν  καί ἤντλησαν τό ὕδωρ ἀπό τάς ὑδρίας. «῞Ως δέ ἐγεύσατο ὁ ἀρχιτρίκλινος τό ὕδωρ οἶνον γεγενημένον, καί οὐκ ἤδει πόθεν ἐστίν· οἱ δέ διάκονοι ἤδεισαν, οἱ ἠντληκότες τό ὕδωρ». Διέταξε δέ νά καλέσουν τόν ἀρχιτρίκλινον διά νά εἶναι μάρτυρες τοῦ θαύματος καί νά κηρύξουν, τό μέν «τό ὕδωρ οἶνον γεγενημένον», οἱ δέ «ἡμεῖς ἠντλήσαμεν τό ὕδωρ», καί ἔτσι νά δεχθοῦν ὅλοι τό θαῦμα μέ μεγαλυτέραν κατανόησιν. «Ταύτην ἐποίησεν τήν ἀρχήν τῶν σημείων ὁ ‘Ιησοῦς ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας». Σημεῖα ὁ ‘Ιησοῦς εἶχε δείξει πολλά, ὅπως δωδεκαετής ὤν ἐδίδασκε τούς ῾Ιερεῖς εἰς τόν Ναόν τοῦ Σολομῶντος, καί ὁ Εὐαγγελιστής λέγει, ὅτι ἀρχή τῶν σημείων ἔκαμε μέ τό θαῦμα τῆς Κανᾶ, διότι αὐτό ἦτο τό πρῶτον ἀπό τῆς δημοσίας ἐμφανίσεώς Του μετά τό βάπτισμα, διότι ἔπρεπε καί τόν Νόμον νά τηρήσῃ ὁ ὁποῖος δέν ἐπέτρεπε δημοσίαν δρᾶσιν πρό τοῦ τριακοστοῦ ἔτους καί τοῦ βαπτίσματος, ἀλλά καί αἱ περί Αὐτοῦ προφητεῖαι νά ἐπαληθεύσουν, δηλαδή καί νά προκαταγγελθῇ καί νά ὐποδειχθῇ, «φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ» καί «ἴδε ὁ ‘Αμνός τοῦ Θεοῦ», δι’ αὐτό καί ἀναφέρεται τό θαῦμα τῆς Κανᾶ ὡς ἀρχή τῶν σημείων, τό ὁποῖον ἔγινε τρεῖς ἡμέρας μετά τό βάπτισμα, «καί τῇ τρίτῃ ἡμέρα γάμος ἐγένετο ἐν Κανᾷ». «Καί ἐφανέρωσε τήν δόξαν Αὐτοῦ, καί ἐπίστευσαν εἰς Αὐτόν οἱ μαθηταί αὐτοῦ». Μέ ποῖον τρόπον ἐφανέρωσε τήν δόξαν Του; Μέ τό γεγονός, ὅτι τόσον οἱ ὑπηρέται, ὁ ἀρχιτρίκλινος, ὁ γαμβρός καί οἱ παρευρισκόμενοι, ὅσον καί οἱ μαθηταί Αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι καί πρό τοῦ θαύματος τόν ἐθαύμαζον, τό ἐπρόσεξαν καλῶς καί ἐπίστευσαν, ὡς φαίνεται ἀπό τήν προσθήκη, «καί ἐπίστευσαν εἰς Αὐτόν οἱ μαθηταί αὐτοῦ». Τότε ἦλθεν ἡ ὥρα του, ὅταν τοῦ τό ἐζήτησαν καί ἦσαν παρόντες ἄνθρωποι εὐσεβεῖς καί ἐπρόσεχον μέ ἀκρίβειαν τά γεγονότα.

«Μετά τοῦτο κατέβη εἰς Καπερναούμ, Αὐτός καί ἡ Μήτηρ Αὐτοῦ, καί οἱ ἀδελφοί Αὐτοῦ, καί οἱ μαθηταί Αὐτοῦ· καί ἐκεῖ ἔμειναν οὐ πολλάς ἡμέρας». Μετά ἀπό τήν Κανᾶ μετέβη εἰς Καπερναούμ μετά τῆς Μητρός του, τῶν ἀδελφῶν καί μαθητῶν Αὐτοῦ, καί παρέμεινεν ἐκεῖ ὀλίγας ἡμέρας μαζί της, διά νά τήν τιμήσῃ καί ἀποκαταστήσῃ ἔτσι τήν κάπως αὐστηράν στᾶσιν Του εἰς τόν γάμον τῆς Κανᾶ, διότι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θά ἀνήρχετο εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἐπειδή ἐπλησίαζε τό ‘Ιουδαϊκόν Πάσχα. «Καί ἐγγύς ἦν τό Πάσχα τῶν ‘Ιουδαίων».

Δείτε επίσης

Πώς εξηγέιται η φράση:"Ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμε, εις ενότητα πάντας εκάλεσε";

Σημαίνει ότι ο Θεός διεμέρισε τα έθνη και τις γλώσσες, αλλά τελικά δια του Αγίου …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

(c) orthodoxanswers.gr Το παρόν site είναι αφιερωμένο στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και στην υπερευλογημένη Θεοτόκο.
Με την χάρη του Τριαδικού Θεού οι "Ορθόδοξες Απαντήσεις" βρίσκονται στο διαδίκτυο από το 2006.