(c) OrthodoxAnswers.gr
Κυριακή , 30 Απρίλιος 2017
Ειδοποιήσεις
Αρχική » Βίοι Αγίων και Γερόντων » Αγία Μαρίνα (17 Ιουλίου)

Αγία Μαρίνα (17 Ιουλίου)

Βίος Αγίας Μαρίνας Μάρτυρος

AgMar'inaΑὕτη ἡ μακαρία Κόρη καὶ καλλιπάρθενος ἦτον ἀπὸ τὴν Ἀντιόχειαν τῆς Πισιδίας, τὸν καιρόν Διοκλητιανοῦ, γεννηθείσα κατά τὸ σῶμα ἀπὸ γονεῖς περιφανεῖς. Ἐπειδή ὁ πατήρ αυτῆς ἦτον τὸν καιρόν ἐκείνον ἱερεύς τῶν εἰδώλων ἐπίσημος, καὶ εἰς ὃλην τὴν πόλιν αἰδέσιμος, Αἰδέσιος καὶ τὸ ὅνομα. Ἦτον δὲ ἡ κόρη μονογενής θυγάτηρ τοῦ πατρός αὐτῆς, ὅτι μετά τὴν γέννησιν αὐτῆς ὀλίγας ἡμέρας έτυχε καὶ άπέθανεν ἡ Μητέρα της• καὶ έδωκεν ὁ Αἰδέσιος τὸ βρέφος μιᾶς γυναικός νὰ τὸ βυζάνη, ἥτις ἐκατοίκα ἔξω τῆς πόλεως δεκαπέντε στάδια. Τοῦτο δὲ ἴσως νὰ ἦτον οἰκονομία Θεοῦ, νὰ δοθῆ ἐκεῖ ἔξωθεν τὸ Κοράσιον• ὅτι ἐκεῖ ἦσαν καὶ χριστιανοί, καὶ ὅταν ἐτράνευσεν ὀλίγον, καὶ ἐσυντύχενε, ἤκουσεν ἀπὸ τινάς τὸν λόγον τῆς τοῦ Χριστοῦ πίστεως• καὶ ἐπειδὴ ἔτυχεν ἐκ φύσεως ἀγαθῆς ψυχής, καὶ καλῆς προαιρέσεως, ἔτι δὲ καὶ συνετή περισσῶς καὶ φρόνιμη, ἐδέχθη τὸν σωτήριον λόγον εἰς τὴν καρδίαν της, μόνον ὡς ἤκουσε πῶς ὁ Χριστὸς εἶναι ἀγαθός Θεός, αἰῶνιος, καὶ πολεύσπλαγχνος, καὶ ἔγινε διά τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων ἄνθρωπος• καὶ σταυρωθεῖς ἑκουσίως, ἀνεστάθη ἐνδόξως, καὶ ἀνελθῶν εἰς τοὺς οὐρανούς, ἐτίμησε μὲ τὴν πατρικήν συνεδρίαν, τὴν φύσιν τῆς ἀνθρωπότητος. Αὐτά καὶ ἔτερα ὅμοια ἀκούωντας τὸ χαριτωμένον Κοράσιον, ἐῤῥίζωσεν εἰς τὴν ψυχήν της ὁ σπόρος τῆς πίστεως ὡς κόκκος σινάπεως, συνεργούσης τῆς θείας χάριτος καὶ μὲ τὸν καιρόν ἀπέδωκε τὸν καρπόν, ὡς εὔκαρπος γῆ καὶ κάλλιστος ἑκατονταπλάσιον, αὐξάνουσα τὴν ὀρθόδοξον πίστιν μὲ τὸ Μαρτύριον, καθώς θέλετε ἀκούσει παρακάτω σαφέστερον.

Ὅσον οὖν ἐπρόκοπτεν ἡ κόρη εἰς τὴν ήλικίαν τοῦ σώματος, τοσοῦτον ηὔξανεν ἡ γνώσις αὐτῆς καὶ φρόνησις, καὶ ἐφλόγιζεν ὁ πόθος τοῦ Χριστοῦ τὴν καρδίαν της, καὶ καθ’ ἡμέραν προσηύχετο πρὸς αὐτόν, νὰ τὴν ἀξιώση, νὰ γένη κοινωνός τῶν Μαρτύρων, καὶ μέτοχος• καὶ οὖ μόνον εἰς τὴν ψυχήν ἐμελέτα ταῦτα, ἡ θεοφώτιστος, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ στόμα τά ἔλεγεν εἰς καθ’ ἕνα ὅπου ἔβλεπε• καὶ ὠμολόγει εἰς ὅλους, πῶς ἦτον χριστιανή, καὶ τά εἴδωλα ὕβριζε. Διά ταῦτα καὶ ὁ ψευδώνυμος πατήρ αὐτῆς ὁ ἀναιδής Αἰδέσιος τὴν ἐμίσησεν ὁλοψύχως, ἀκουσάς τὴν ὁμολογίαν αὐτῆς, καὶ δέν ἤθελε κἅν νὰ τὴν ἰδῆ εἰς τὸ πρόσωπον• ἀλλὰ τὴν ἀποψήφισε, καὶ τὴν ἔκαμεν ἀπόκληρον. Ὅσον δὲ τὴν ἀποστρέφετο ὁ σαρκικός της πατήρ καὶ ἐπίγειος, τοσοῦτον ὁ Οὐράνιος καὶ αἰῶνιος, τὴν ἐδέχετο• τὸν ὁποῖον καὶ αὐτή ἠγάπα ἐξ ὃλης καρδίας της, καὶ ὅσους ἔβλεπε καὶ ἐφόνευαν διά τὸ ὄνομά του, ἤ τοὺς ἔδερναν, αὐτὴ τοὺς ἐσέβετο, καὶ ἔπασχε μὲ τοὺς λόγους τους• καὶ ἐμελέτα νὰ μαρτυρήση καὶ αὐτή διά τὸν Χριστόν, να οἰκονομήση ἡ χάρις του, καθώς καὶ ἐγένετο. Ότι ἐπειδὴ καὶ μὲ τὸν λόγον καὶ λογισμόν ἐπίστευε τὸν Χριστόν, ἔπρεπε νὰ τὸν δοξάση καὶ μὲ τά ἔργα, νὰ βασανισθῆ καὶ αὐτὴ νὰ δοκιμασθῆ εἰς τὴν πίστην, διά νὰ συνδοξασθῆ εἰς τὴν Βασιλείαν αὐτοῦ μὲ τοὺς ἄλλους Μάρτυρας• ὁ τρόπος οὖν τῆς ἀθλήσεώς της οὕτως ἐγένετο.

Τὸν καιρόν ἐκεῖνον ἦτον εἰς τὴν ἀνατολήν εἰς ἔπαρχος τὸ ὅνομα του Ὀλύβριος, ἄγριος καὶ θηριόγνωμος ἄνθρωπος. Οὗτος ἔτυχε καὶ ἤρχετο ἀπὸ τά μέρη τῆς Ασίας, νὰ εἰσέβη εἰς τὴν Ἀντιόχειαν• καὶ καταλαχοῦ εἶδεν εἰς τὸν δρόμον τὴν καλλιπάρθενον Μαρίναν, ὁποῦ ὑπήγενεν εἰς τὸ πατρικόν της ποίμνιον, καὶ βλέποντας τόσον κάλλος εἰς αὐτήν, καὶ ὡραιότητα, ἐσαϊτεύθη εἰς τὴν καρδίαν ἀπὸ σαρκικόν ἔρωτα, διατί ἦτον ἡ Κόρη περίσσα εὔμορφη• καὶ ἔβαλεν εἰς τὸν νοῦν του νὰ τὴν πάρη γυναίκα ὁ τρισκατάρατος• καὶ διαττάσσει νὰ τοῦ τὴν φέρουν εἰς τὸ κριτήριον. καὶ καθώς τὴν ἐπὴρασιν, προσηύχετο εἰς τὸν δρόμον, νὰ τῆς δώση ὁ Κύριος σοφίαν καὶ δύναμιν νὰ φυλάη ἕως τέλους, τὴν εὐσέβεια, νὰ νικήση τά κολαστήρια νὰ στεφανωθῆ μὲ τοὺς Ἁγίους Μάρτυρας. Φθάσαντες οὖν εἰς τὸ παλάτιον, τὴν ἐρώτησεν ὁ Ἄρχων, νὰ εἰπῆ τὸ ὄνομα, τὴν τύχην, καὶ ποῦ ἐπίστευεν. Ἡ δὲ ἀπεκρίνατο ἄφοβα• Μαρίνα μὲ λέγουσιν, εἶμαι ἐλευθέρων γονέων τέκνον, καὶ εὔχομαι νὰ γένω δούλη τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅστις ἔκαμεν ὅλον τὸν κόσμον. Ἐθαύμασαν οἱ παρόντες ὁρώντες τοσοῦτον κάλλος, καὶ ἀκούοντες τοιαύτην ἀπόκρισιν εὔτολμον. Πλήν ἐφυλάκωσαν αὐτὴν ἕως τὴν ἄλλην ἡμέραν, διατί εἰχασι ἑορτήν πάνδημον ὅπου ἔμελλε νὰ ἔλθουν εἰς τὴν θυσίαν ἅπαντες. Καὶ τότε ἤφεραν καὶ τὴν Κόρην, ἐλπίζοντες, ὅτι θέλει θυσιάσει καὶ ἡ Ἁγία, ὅταν ἴδη αὐτοὺς θυσιάζοντας. Ἀλλά ματαίως οἱ μάταιοι καὶ ἀφρόνως ἐμελέτησαν• ἀμὴ ἐκεῖνη ποσῶς δέν ἐνικήθη οὔτε μὲ κολακείαις, ὅπου τῆς εἶπεν ὁ Ἄρχων, τάσσωντάς της πλούσια χαρίσματα, οὔτε τας άπειλάς του ποσῶς έφοβήθη, οποῦ τὴν έφοβέριζε νὰ τῆς δώση μύρια κολαστήρια. Ἀλλά μὲ πολλήν παῤῥησίαν, τοῦ απεκρίθη λέγουσα, μήν έχης τινά έλπίδα ματαίως ‘Ηγεμῶν εἰς του λόγου μου, νὰ δειλιάσω ποσῶς κολαστήρια, ὅτι δέν με θέλει χωρίσει ἀπὸ τὸν Χριστὸν καμμία θλίψις λιμός πύρ ξίφος ἡ ἄλλη χαλεπωτάρα βάσανος, οὔτε βίαιος καὶ πολυόδυνος θάνατος• οὔτε πάλιν ἀπόλαυσεις καὶ χαρᾶς χρυσίου, καὶ άλλου πλούτου καὶ τιμής, νὰ μὲ δελεάσωσιν ἐπειδὴ ὅλα ταῦτα εἶναι -φθαρτά καὶ πρόσκαιρα ἡ δὲ ψυχή εἶναι άθάνατος, καὶ ποθεί τά αιώνια. Δια τοῦτο ἡμεῖς οἱ Χριστιανοί καταφρονοῦμεν ὡς φρόνιμοι τά παρόντα άπολαυστικά, ὡς προσωρινά καὶ πρόσκαιρα, ὑπομένοντες τά λυπηρά καὶ όδυνηρά τῆς μιάς ἡμέρας, διά νὰ ἒχωμεν• ζωήν ἀθάνατον μετά θανάτου, καὶ ἀπόλαυσιν αἰῶνιον. Καὶ ἂν νομίζης ὅτι ψεύδομαι έδῶ είμαι, καὶ δοκίμασόν με, νὰ γνωρίσης μὲ τὸ έργον τὴν άλήθειαν. Δεῖρέ με, σφάξαι, κατάκαυσαι, πνῖξαι, καὶ παίδευσε μὲ κολαστήρια μύρια• καὶ ὅσον μὲ βασανίσεις χειρότερα, τόσον μὲ δοξάζει ὁ Χριστὸς εἰς τὴν μέλλουσαν ζωήν καὶ μακαριότητα περισσότερα. Πολλάκις δὲ μάς δίδει καὶ ἀπ’ εδῶ μικράν πάρακλησιν εἰς ἀῤῥαβώνα τῆς μελλούσης ἀγαλλιάσεως, καὶ μάς εύγάνει ἀπὸ τὸν βυθόν τῆς θαλάσσης, μάς λυτρώνει ἀπὸ τὸ πῦρ, καὶ ἀπὸ ἄλλας κολάσεις εἰς αἰσχύνην σας καὶ κατάκρισιν. Δέν λυποῦμαι λοιπόν ζωήν πρόσκαιρον, ἀλλά προδίδω προθύμως τὸ σῶμα εἰς θάνατον, διά τὸν ἀθάνατον Θεόν τὸν Δεσπότην μου, καθῶς καὶ αὐτός διά τὴν ἀγάπην μου ἐσταυρώθη ὁ ἀναμάρτητος.

Αὐτά καὶ ἂλλα πλείονα ἀκούσας ὁ Τύραννος, ἒβρασεν ἀπὸ θυμόν ἡ όργίλος καὶ θυμώδης καρδία του. Πλήν ἒχωντας ἀκόμη ὁλίγην ἐλπίδα, νὰ τὴν δελεάση ὡς γυναίκα ἀπλήν καὶ ἀπονήρευτον, δέν ἐφανέρωσε τὸν θυμόν του, ἀλλὰ τὴν ἐκολάκευε, λέγωντας• Παρακαλῶ σε Μαρίνα, προσκύνησον τοὺς θεούς νὰ λυτρωθῆς ἀπὸ δεινά κολαστήρια• καὶ τάσσω σοι, νὰ σέ πάρω διά γυναῖκά μου, νὰ δοξασθῆς ἀπὸ ὅλαις τῆς πόλεως, νὰ ἔχης πᾶσαν ἀπόλαυσιν. Αὐτά καὶ ἔτερα, παρόμοια ἐφλυάρει ὁ ἀφρονέστατος μάταια. Ἔπειτα βλέπωντας πῶς τὸν ένέμπαιζεν ἡ Ἁγία, ἐκαταφρόνει τοὺς λόγους του, δέν ἐδυνήθη πλέον νὰ κρύπτη τὴν ἔνδοθεν θηριότητα• ἀλλὰ προστάσσει τοὺς στρατιώτας νὰ τὴν ἐξεγυμνώσουν, καὶ νὰ τὴν δέρνουν μὲ ραβδία σκληρά ἀνελεημόνητα• καὶ τόσον τὴν ἔδειραν ἄσπλαγχνα, ὅπου ἐκοκκίνησεν ἡ γῆ ὅλη ἀπὸ τά αἶματα, διατί ἦσαν τά ραβδιά μὲ ἀκάνθας καὶ ἐκατέσχιζαν τάς σάρκας της. Ἡ δὲ Μάρτυς ἐκαρτέρει ἀνδρείως τοὺς πόνους, καὶ οὔτε ἐστέναξέν, ἤ ἐδἀκρυσεν, οὔτε κἂν σχήμα σκυθρωπότητος ἔδειξεν. Ἀλλ’ ὥσπερ νὰ ἐβασανίζετο ἄλλος, καὶ αὐτή νὰ ἐπαραστέκετο, οὕτως ἔστεκε στερεά καὶ ἀήττητος, πρὸς τὸν οὐρανόν ἀτενίζουσα• καὶ νοερώς έπικαλείτο τὸν Θεόν εἰς βοήθειαν, καὶ μὲ τὴν δύναμιν αὐτοῦ ὑπέφερε τάς πληγάς μὲ ἀνδρείαν θαυμάσιον. Οταν οὖν τὴν ἔδειραν ὥραν πολλήν, έπρόσταξε νὰ τὴν φυλακώσουν, όxι διά συμπάθειαν ὁ άσυμπαθής καὶ ἀπάνθρωπος, ἀλλὰ διά νὰ μήν ἀποθάνη ἀπὸ τάς μάστιγας, νὰ τὴν βασανίζη καὶ δεύτερον. Λοιπόν έκλεισάν τὴν εἰς ἕνα τόπον σκοτεινόν καὶ ἀπαραμύθητον. Καὶ μεθ’ ἡμέρας τινάς τὴν ήφεραν πάλιν εἰς τὸ κριτήριον• καὶ κρεμάσαντες αὐτὴν, έκαταξέσχιζαν τάς πλευράς της μὲ σιδηρά όνύχια• καὶ τὅσον έξέσχισαν τάς σάρκαξ της, ὅπου άσχήμισε, καὶ ἔγινεν ἄχρηστον καὶ ἄμορφον ὅλον τὸ κάλλος τοῦ σώματος• καὶ ού μόνον ὁ κοινός λαός τὴν έλυπήθη καὶ έσυμπόνεσε, καὶ έδάκρυσε, διά λόγου της, ἀλλὰ καὶ αυτός ὁ θηριώδης κολαστής, καὶ άνήμερος άπέστρεψεν άπ’ αυτῆς τὴν ὅρασιν, σκεπάσας μὲ τὴν χλαμύδα τὸ πρόσωπον, μήν ὑποφέρωντας νὰ βλέπη τὴν ἀσχημίαν της• τοσοῦτον ἔγιναν ἄμορφος ἡ πρώην ὠραιοτάτη καὶ πάγκαλλος. Ἐφυλάκωσαν οὖν αὐτὴν πάλιν εἰς τὸν άπαράκλητον ἐκεῖνον τόπον καὶ άχαρον, άφήνοντές τὴν ἄτροφον καὶ ἀνεπιμέλητον. Ἀλλ’ ὅσον ἦτον διεφθαρμένον τὸ σῶμα της, τόσον ἡ ψυχή της ἀνεκαινίσθη, καὶ λαμπροτερά ἐγένετο, καὶ προσηύχετο εὐχαριστοῦσα, πῶς τὴν ήξίωσεν ὁ Κύριος, νὰ βασανισθῆ διά τὴν άγάπην του.

Ὁ δὲ μισόκαλος καὶ φανερός διάβολος, βλέπωντας πῶς δέν ἐδυνήθη νὰ νικήση μίαν τρυφερήν κόρην ὁ ὑπηρέτης του, ήγουν ὁ Άρχων τῆς πόλεως, νὰ τὴν κάμη νὰ προσκυνήση τοὺς δαίμονας ήβουλήθη νὰ δοκιμάση, μήπως καὶ τὴν νικήση αὐτός ὁ άδύνατος. Μεταμορφωθεῖς οὖν εἰς σχήμα μεγάλου καὶ φοβεροῦ δράκοντος, καθώς εἶναι καὶ εἰς τά έργα βλαπτικός καὶ θανάσιμος, ἐφάνη ὁ πάντολμος ἒμπροσθεν τῆς Ἁγίας, φόβερόν καὶ ἐξαίσιον θέαμα. Πύρ καὶ φλόγα εὒγενεν ἀπὸ τὴν μύτην του καὶ τά ὃμματα• τά δόντια ἂσπρα, καὶ ἡ γλώσσα ὡς τὸ αιμα κόκκινη• έσφύριζε δυνατά, καὶ ἔκαμνεν ἀνείκαστον σύγχυσιν, καὶ τοιαύτα σχήματα φοβερώτατα, ὅπου ἥθελε τρομάξει πῶς ἕνας βλέπωντας.

Ἡ δὲ Ἁγία δέν ἐφοβήθηκε νὰ παύση τὴν προσευχήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔπασχε νὰ τὴν ἐμποδίση ὁ κακομήχανος. Ὅστις βλέπωντάς την πῶς δέν ἐδειλίασεν, ἀλλὰ προσηύχετο ἄφoβα, ἔδραμε ἀπάνω της, καὶ πλατύνας τὸ στόμα καὶ τὴν κοιλίαν του, τὴν ἐχαύθηκεν. Ἡ δὲ Ἁγία ὅταν εἶδε πῶς τὴν ἐκατάπιεν ἕως τὴν μέσην, καθώς τῆς ἐφάνη, ἔγινεν ἀπὸ τὸν φόβον της ἔντρομος• καὶ εὐθύς ἐπικαλουμένη τοῦ Σωτήρος Χριστοῦ τὸ σωτήριον ὄνομα, ἔκαμε, Σταυρόν μὲ τὴν δεξιάν της εἰς τά σπλάγχνα τοῦ δράκοντος, καὶ ὁ Σταυρός ἔσχισε τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ὡς ῥομφαία δίστομος. καὶ ὁ μέν δράκων ἀφοῦ διεῤῥάγη, ἔγινεν ἄφαντος, ἡ δὲ Μάρτυς ἔμεινεν ἀβλαβής, καὶ ἐχαίρετο ψάλλουσα πρὸς τὸν Θεόν δοξολογίας καὶ νικητήρια, καὶ λέγουσα διάφορα, ἀπὸ τὴν Γραφήν ἁρμόδια• ἤγουν, ὁ Θεός οὐκ ἔστι πέρας τῆς μεγαλωσύνης σου• θανατοῖς καὶ ζωογονεῖς, κατάγεις εἰς ἅδην, καὶ ἀνάγεις• συνέτριψας τὴν κεφαλήν τοῦ δράκοντος, καὶ ἕτερα ὅμοια. Τότε πάλιν ὁ δαίμων ὡς φιλόνεικος, ὅπου εἶναι, δέν ἒπαυσε τάς μηχανουργίας του, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ δοκιμάση καὶ μὲ ἄλλον τρόπον, νὰ πολεμήση τὴν Μάρτυρα. Καὶ μετασχηματισθεὶς εἰς ἄνθρωπον ὁ μισάνθρωπος, ἔγινε μαῦρος ὡσάν τὸν Αἰθίοπα, ἤγουν ἀράπης, καθώς εἶναι καὶ εἰς τά ἔργα σκοτεινὸς καὶ ἄσχημος, καὶ τρέχωντας ἀπάνω τῆς Ἁγίας, ἐκεῖ ὅπου ἐστέκετο προσευχομένη, τὴν ἅρπαξεν ἀπὸ τάς χεῖρας, καὶ τὴν ἐφοβέριζε μὲ φωναῖς μεγάλαις νὰ τὴν φονεύση, ἐάν δέν παύση τὴν προσευχήν, νὰ μὴ τοῦ δίδη δι’ αὐτῆς ἐνόχλησιν. Τοῦτο μόνον ἔκαμε, καὶ ἄλλο περισσότερον δέν τὸν ἐσυγχώρησε νὰ πράξη ὁ Κύριος ὅτι ἐάν εἶχεν ἐξουσίαν, ἀπὸ πολλῆς τὴν ἐθανάτωνεν. Ἀλλά δέν ἔχει αὐτός ὁ ἀνίσχυρος ἀπὸ λόγου του εἰς ἐμᾶς νὰ μᾶς κακοποιήση καμμίαν δύναμιν, χωρίς τῆς θείας συγχωρήσεως. Πλήν καὶ τοῦτο τὸ ὀλίγον διά κακόν του τὸ ἔκαμεν ὁ ἀνόητος• ὅτι ἀπὸ τὸ πρότερόν του κακούργημα, καὶ τοῦ Θεοῦ θαυματούργημα, ἐπῆρε θάῤῥος ἡ Ἁγία κατά τοῦ πειράζοντος, καὶ τὸν ἅρπαξεν ἀπὸ τάς τρίχας καὶ τὸν ἐμάστιξε. Καὶ θαυμαστὸν οὐδέν, εἰ πνεύμα ὤν, κρατείται, καὶ τ’ ἄλλα πάσχει ὡς ἀνδράποδον. Τήν μέν γάρ τῷ τοῦ κρείττονος, ἔρωτι, καὶ τῆ ἀποστάσει τῶν γηΐνων, εἰς ἀϋλων τάξιν μεταβεβηκυΐαν, εἰκός δώρον εἰληφέναι παρά Θεοῦ, τοσοῦτον δύνασθαι• ἐκεῖνον δὲ πεφυκέναι πάσχειν δεόντως, καὶ τῶν ἀλγηνῶν ἔχειν αἴσθησιν, εἰς ὕλην ἄνωθεν ῥεύσαντα, καὶ σωματικῆς παχύτητος ὁραθέντα, καὶ ἀναπλησθέντα. Οἵ γάρ σωμάτων αἱροῦσιν ἡδοναί, καὶ πάθη σωμάτων αἱροῦσι, καὶ ἀδύνατον τινα πεφυκέναι θατέρου τῶν ἐναντίων αἴσθησιν ἔχειν θατέρου δὲ μή. Ἅπας γάρ τις πρὸς τά τοιαῦτα ἐπίσης ἔχων ὁρᾶται• καὶ οὐκ ἔστιν, ὅπου διαπίπτων ὁ λόγος εὑρίσκεται. Ὅθεν κἀκεῖνος ὑλαῖος γενόμενος, πάσχει, πρίν εἴτι δράσαι κακόν• καὶ ἀπαγορεύει μέν τοῦ λοιποῦ δι’ αὐτοῦ προσιέναι• ἔργω καὶ τότε διδαχθεὶς, ὅσον μέν παρά Χριστοῦ δύναμιν περιβέβληνται• οἱ γνησίως ἠκολουθηκότες αὐτῶ• ὅσην δὲ πάλιν ἐκεῖνος τὴν ἀσθένειαν ἔχει, τραχηλιάσας κατά τοῦ πεποτηκότος καὶ ἀποστάτης γενόμενος.

Διατί τινές φιλονεικοῦσιν ἐναντιώμενοι εἰς τὴν ἄνωθεν ὑπόθεσιν, καὶ λέγουσιν, ὅτι εἶναι τά ἄνω γεγραμμένα ψεύματα• ἐπειδὴ τά πνεύματα δέν εἶναι βολετὸν νὰ πάθουσι τί σωματικόν, ὡς ἀϋλα καὶ ἀσώματα• δια τοῦτο τά ἔγραψα οὕτως ἑλληνικά, καθώς ἦσαν εἰς τὸ πρωτότυπον, διά περισσοτέραν τῆς ἀληθείας πίστωσιν. Πλήν ἰδοῦ γράφομεν καὶ τὴν τούτῳν ἐξήγησιν, ὡς δυνάμεθα. Δέν εἶναι τίποτας θαυμαστόν, πῶς δαίμων, ὅπου εἶναι πνεῦμα ἀϋλον, πιάνεται, καὶ τά ἄλλα πάσχει, ὡς σκλάβος καὶ ὑποχείριος• ὅτι ἐπειδὴ ἡ Ἁγία μὲ τὴν ἄρνησιν τῶν γηΐνων πραγμάτων καὶ μὲ τὸν πρὸς τὸν Θεόν ἐγκάρδιον ἔρωτα, ἐμεταλλάχθη εἰς τάξιν ἀγγελικήν καὶ ἂϋλον, τὸ πρέπον εἶναι, νὰ ἐδυνήθη νὰ λάβη ἀπὸ τὸν Κύριον τέτοιον χάρισμα• καὶ ὁ ἐχθρός πάλιν πρεπούμενα νὰ πάσχη καὶ νὰ γροικᾶ τοὺς πόνους καὶ τά ἀλγηνά νὰ αἰσθάνεται. Ἐπειδή εἰς ὓλην ἂνωθεν ἒτρεξε, καὶ ἠγάπησε καὶ ἐνεπλήσθη σωματικήν παχύτητα. Διατί ἐκεῖνο, ὁποῦ έκλέγουσι τῶν σωμάτων ῃ κακαῖς ὄρεξες καὶ τά πάθη τους τὸ διαλέγουσι. Καὶ εἶναι πρᾶγμα ἀδύνατον, νὰ εὑρίσκεται τινάς, νὰ γροικᾶ τὸ ἕνα ἀπὸ τά ἐναντία, καὶ τὸ ἄλλο νὰ μὴ γροικά• ὅτι καθ’ ἕνας πρὸς τά τοιαῦτα ἴσια φαίνεται, καὶ δέν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐρεθῆ ὁ λογαριασμός νὰ σφαίνη. Διά τοῦτο, καὶ ὁ δαίμων ἐπειδὴ ἐφάνη εἰς τοιούτον σχῆμα ὑλικόν, πάσχει πρίχου νὰ κάμη κακόν τίποτας• καὶ ἀπὸ τότε καὶ ἔμπροσθεν δέν ἐτόλμησε πλέον νὰ πλησιάση τῆς Μάρτυρος• ἐπειδὴ μὲ έργον ἐγνώρισε, πόσην δύναμιν ἔχουσιν ἀπὸ τὸν Χριστὸν ὅσοι μὲ ὅλην τους τὴν καρδίαν τοῦ ἠκολούθησαν• καὶ πάλιν πόσην ἀδυναμίαν έπῆρεν αὐτός, διατί ὑπερηφανεύθη κατά τοῦ Κτίστου, καὶ ἀποστάτησεν. Ἀφ’ οὗ λοιπόν ἐνίκησε τὸν πολέμιον ἀνδρείως ἡ πάνσεμνος, καὶ ἔγινεν ἄφαντος ὁ ἀνίσχυρος καὶ ἀδύνατος, τότε ἤλθασιν εἰς τὴν Ἁγίαν οὐρανόθεν τά νικητήρια, καὶ εὐαγγέλια σωτήρια καὶ χαρμόσυνα, ἤγουν, ἐφάνη φῶς μέγα, καὶ ἒλαμψεν ὃλον τὸ δεσμωτήριον, τὸ ὁποῖον φῶς εὔγενεν ἀπὸ ἓνα Σταυρόν, ὃστις ἒφθανεν ἀπὸ τὴν γήν ἕως τὸν οὐρανόν• ἐπάνω δὲ τοῦ Σταυροῦ ἐπέτα μία ἂσπρη Περιστερά καθαρά καὶ ἂμωμμος. Ταῦτα μοῦ φαίνεται πῶς ἐδηλοῦσαν τὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος μυστήριον, τὸ μέν φῶς ἐσημείωνε, τὴν δόξαν τοῦ Πατρός• ὁ Σταυρός τὸν ἐσταυρωμέναν Χριστόν• καὶ ἡ Περιστερά τὸ Πνεῦμα τὸ Ἃγιον• ἡ ὁποῖα ἐκατέβη ἕως πλησίον τῆς Ἁγίας, καὶ λέγει της• Χαῖρε Μαρίνα ἡ λογική περιστερά τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἐνίκησες τὸν πονηρόν, καὶ τὸν ἐχθρόν ἐκατήσχυνες• χαῖρε δούλη πιστή καὶ ἀγαθή τοῦ Κυρίου σου, τὸν ὁποῖον ἐπόθησαις ἐξ ὃλης καρδίας σου, καὶ ἐμίσησας πάσαν ἀπόλαυσιν πρόσκαιρον. Χαῖρε καὶ εὐφραίνου, ὅτι ἒφθασεν ἡ ἡμέρα νὰ λάβης τῆς νίκης τὸν Στέφανον, καὶ νὰ εἰσέλθης ἀξιοχρέως στολισμένη μὲ τάς φρονίμους Παρθένους εἰς τὸ νυμφῶνα τοῦ νυμφίου καὶ βασιλέως σου.

Μέ ταῦτα τά λόγια, ὁποῦ τῆς ἐλαλήθησαν οὐρανόθεν, ἀνεκαινίσθη καὶ τὸ σαρκίον της μὲ τὴν δρόσον τοῦ Παναγίου Πνεύματος• καὶ ὃλαις οἱ πληγαῖς της τελείως ἐθεραπεύθησαν τόσον, ὅπου κἂν σημείον τραύματος δέν ἒμεινε ποσῶς εἰς τὴν σάρκα της. Ὅθεν ἐνεπλήσθη πλείστης χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως, καὶ ἐξωμολογεῖτο εὐφραινομένη, μεγαλοφώνως λέγουσα• Εὐλογήσω σε Κύριε, ὑμνήσω σε ὁ Θεός μου, καὶ δοξάσω τὸ ὂνομά σου, ὅτι ἒκαμες εἰς ἐμέ τὴν ἀναξίαν δούλην σου θαυμάσια πράγματα. Ὑψώσω σε Κύριε, καὶ αἰνέσω σε, ὅτι ἠλέησας καὶ ἐπίσκεψάς με, καὶ ἰάτρευσας τὴν ψυχήν καὶ τὸ σῶμά μου, καὶ δέν μέ παρέδωκες εἰς τάς χεῖρας τῶν ἐχθρῶν μου, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπέρογκον τῆς φαντασίας τοῦ ὁλεθριοτάτου δράκοντος μοῦ ἒδειξες, καὶ τοῦτον μὲ τοὺς ἂλλους θανατηφόρους ὂφεις καὶ δαίμονας εἰς τάς ἀβύσσους ἐβύθισας. Τώρα δὲ πάλιν ἀγαλλιασθεῖσα τῷ πνεύματι ἐπί σοῦ τῷ Θεῷ Σωτήρι μου, ζητῶ ἄλλην μίαν χάριν ἀπὸ τὴν ἀγαθοτάτην σου χρηστότητα, νὰ μὲ ἀξιώσης νὰ ξαναγεννηθῶ μὲ τὸ λουτρόν τοῦ Ἁγίου σου Βαπτίσματος, διά νὰ τελειωθῶ μὲ τὸ ὕδωρ τῆς παλιγγενεσίας, καθώς ἡγιάσθηκα μὲ τὸ αἷμα τῆς ἀθλήσεως νὰ γένω ἀξία τῆς εἰσόδου τῶν Ἁγίων σου• ὅτι ἐσύ εἶσαι μόνος Ἅγιος ἀληθώς, καὶ ἐν Ἁγίοις ἀναπαυόμενος, καὶ ἐνδοξαζόμενος σύν τῷ ἀνάρχω σου Πατρί, καὶ τῷ ζωοποιῷ Πνεύματι, νύν, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας, ἀμήν.

Οὕτω προσηύχετο ὁληνυκτίς ἡ Ἁγία εἰς τὴν φυλακήν ἀγαλλομένη, τὸν Θεόν δοξάζουσα• καὶ τὸ ταχύ καθίσας εἰς τὸν θρόνον ὁ Ἔπαρχος ἔμπροσθεν ὅλου τοῦ λαοῦ τῆς πόλεως, ἤφεραν ἐκεῖ τὴν Μάρτυρα. Τήν ὁποίαν βλέπων ὁ Ἔπαρχος ὅλην ὑγιῆ καὶ φαιδράν εἰς τὸ πρόσωπον, ἐθαύμασεν εἰς αὐτὴν, καὶ λέγει της• βλέπεις Μαρῖνα, πῶς οἱ μεγάλοι θεοί ἔχουσιν τὴν ἔννοιαν καὶ φροντίδα σου; καὶ σπλαγχνισθέντες εἰς τὸ κάλλος σου σέ ἰάτρευσαν, πρέπει οὖν καὶ σύ νὰ μὴ φανῆς εἰς τοῖς εὐεργέτοις ἀχάριστος, ἀλλὰ νὰ τοὺς δώσης ἀξίαν ἀντάμειψιν, νὰ γένης ἱερεία των, νὰ τοὺς θυσιάζης ἀντάμα μὲ τὸν πατέρα σου. Λέγει του ἡ Άγία• Ἐμένα δέν ἰάτρευσαν οἱ ἀναίσθητοί σου θεοί καὶ ἀνίσχυροι, ἀλλὰ ὁ ἀληθής καὶ ὁ μόνος Θεός, ὁποῦ θεραπεύει ψυχάς καὶ σώματα• τὸν ὁποῖον θέλω λατρεύει πάντοτε. Τοῦτον πρέπει νὰ γνωρίσης καὶ σύ, καὶ αὐτὸν μόνον νὰ προσκυνᾶς ὡς ἀθάνατον, καὶ νὰ μισήσης τῶν εἰδώλων τὸν δόλον καὶ ματαιότητα. Τότε προστάσσει, νὰ τὴν γυμνώσουν, καὶ νὰ τὴν κρεμάσουν εἰς τὸ ξύλον, νὰ κατακαὶουν μὲ λαμπάδας πυρός τάς πλευράς καὶ τὸ στῆθός της.

Ὑπέμενεν οὖν τάς ἀλγηδόνας καὶ πόνους, ὥραν πολλήν καταφλεγομένη, καὶ προσηύχετο εἰς τὴν καρδίαν ἥσυχα εὐχαριστούσα τὸν Κύριον. Μετά ταῦτα ἤφεραν εἰς τὸ μέσον ἕνα μεγάλο χάλκωμα, καὶ τὸ ἐγέμωσαν νερόν καὶ κατεβάσαντες ἀπὸ τὸ ξύλον τὴν Μάρτυρα, ἔδεσαν αὐτὴν δυνατά, καὶ τὴν ἐβούτηξαν εἰς τὸν λέβητα κατακέφαλα, διά νὰ πνιγῆ εἰς τά ὕδατα. Ἀλλ’ εἰς μάτην ἐκοπίαζαν οἱ ἀνόητοι ὅτι ὁπόταν τὴν ἔβαναν ἔσω, ἐβόησε λέγουσα• Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὅπου ἔλυσες τά δεσμά τοῦ θανάτου, καὶ τοὺς νεκρούς ἐξανέστησας, ἐσύ παντοδύναμε ἐπίβλεψον καὶ εἰς τὴν δούλην σου, καὶ τοὺς δεσμούς μου διάῤῥηξαν, καὶ άς μοῦ γένη τοῦτο τὸ ὕδωρ εἰς ζωήν αἰῶνιον, καὶ εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐπιθυμουμένου μου Βαπτίσματος, νὰ ἐγδυθῶ τὸν παλαιόν ἄνθρωπον καὶ φθειρόμενον, καὶ νὰ ἐνδυθῶ τὸν καινόν καὶ ἀθάνατον. Οὕτω προσευχομένην ἔῤῥιψαν αὐτὴν εἰς τὸ σκεύος ἐκεῖνο τοῦ ὕδατος• παρευθύς σεισμός μέγας ἔγινε, καὶ ἐφάνη πάλιν ἡ πρώτη Περιστερά ἐπάνω τοῦ ὕδατος, βαστάζουσα εἰς τὸ στόμα Στέφανον. Αὐτὴν τὴν ὥραν ἐφάνη καὶ ὁ πύρινος στύλος, καὶ ἐπάνω τοῦτου Σταυρός κατά τὸν τύπον, ὅπου πάνω ἐγράψαμεν. Ἡ μέν οὖν Ἁγία εὐγήκεν ἀπὸ τά ὕδατα, ὅτι ὅλα τά δεσμά της ἐλύθησαν, καὶ ἐστέκετο μὲ ἀγαλλίασιν ἄφραστον, δοξάζουσα τὴν Παναγίαν Τριάδα, καὶ ἐξ ὃλης ψυχῆς αὐτὴν ἐμεγάλυνε, πῶς ἐβαπτίσθη ἀμέσως ὑπ’ αὐτῆς κατά τὸν πόθον της, καὶ ὑπερφυώς ἐφωτίσθηκεν. Οὐ μόνον δὲ τοῦτο τὸ θαυμάσιον ἔγινε τότε εἰς τὴν Ἁγίαν, ἀλλὰ καὶ ἔτερον ἐξαίρετον• ἤγουν ἐκάθισεν ἡ Περιστερά εἰς τὴν κεφαλήν τῆς Μάρτυρος, βαστάζουσα ἐκεῖνον τὸν ἀμαράντινον Στέφανον, καὶ λέγει πρὸς αὐτὴν μὲ φωνήν γλυκυτάτην• Εἰρήνη σοι δούλη τοῦ Θεοῦ• ἒχε θάῤῥος, καὶ δέξου ἀπὸ τὴν δεξιάν τοῦ ὑψίστου τοῦτον τὸν οὐράνιον Στέφανον. Ταύτα λέγουσα ἡ θεία Περιστερά, ὦ τοῦ θαύματος, ἀναπτερίζει τάς πτέρυγας, ὥσπερ νὰ ἐχαίρετο εἰς τά τελούμενα• καὶ, τότε πετάσασα ἐκάθισεν ἐπάνω εἰς τὸν φωτοφανῆ ἐκεῖνον Σταυρόν, καὶ λέγει πάλιν εἰς ἐπήκοον πάντων πρὸς τὴν Ἁγίαν Μάρτυρα. Ἐλθέ εἰς τάς ἄνω μονάς τοῦ Παραδείσου, Μαρίνα θεόνυμφε, νὰ ἀπολαύσης τῆς ἀφθαρσὶας τὸν Στέφανον, εἰς τά ἀγαπητά τοῦ Θεοῦ σκηνώματα, νὰ χαίρεσαι μὲ τοὺς Ἁγίους χορεύουσα, καὶ ἀναπαυομένη αἰῶνια. Αὐτὴν τὴν θείαν φωνήν ἀκούσαντες ὅλοι τῆς πόλεως ἔφριξαν, καὶ ἐπίστευσαν εὐθύς εἰς τὸν Χριστόν, ἄνδρες ὁμοῦ καὶ γυναίκες πλῆθος ἀμέτρητον, καὶ ἐβόησαν μεγαλοφώνως, πῶς ἦσαν ἕτοιμοι νὰ λάβουν διά τὸν Χριστόν, τὸν ἀληθῆ Θεόν, θάνατον. Ὅθεν ἀκούσας ὁ Ἔπαρχος πῶς ὡμολογούσαν τὸν Χριστὸν Θεόν καὶ Βασιλέα, τοὺς δὲ βασιλεῖς καὶ τοὺς θεούς ἐβλασφήμουν καὶ ὓβριζον, ἐπρόσταξε νὰ θανατώσουν ὅσους ἐπίστευσαν. Οἵτινες ἔτρεχαν, εἰς τὴν σφαγήν διά τὸν Χριστὸν ἑκουσίως καὶ θεληματικῶς, ὡς πρόβατα ἄκακα• καὶ ἐφόνευσαν ἂνδρας χιλιάδας δεκαπέντε, χωρίς ταῖς γυναίκας, ὅπου δέν τας ἐμέτρησαν. Οἵτινες ὅλοι βαπτισθέντες μὲ τὸ ἅγιον αἷμά των, δέν ἐχρειάσθησαν ἄλλο βάπτισμα• ἀλλὰ γενόμενοι θυσία τῷ Θεῷ καὶ ὁλοκάρπωσις, ἀπῆλθον εἰς τὴν αἰῶνιον βασιλείαν οἱ τρισμακάριοι.

Ὁ δὲ δυσσεβής, Ὀλὺβριος φοβούμενος μήπως καὶ πιστεύσουν καὶ οἱ ἐπίλοιποι τῆς πόλεως, ἐάν ἀφὴση τὴν Ἁγίαν ἀκόμη ζωντανήν, ἔδωκε κατ’ αὐτῆς καὶ σατανικῶς τοῦ τὴν διά ξίφους ἀπόφασιν. Καθώς οὖν έπήραν αὐτὴν οἱ δήμιοι, καὶ τὴν ὑπῆγαν εἰς τὸν τόπον τῆς καταδίκης, ὅπου καὶ τὸ εἰρημένον πλήθος ἀπεκεφάλισαν, παρεκάλεσεν ἡ Ἁγία τὸν στρατιώτην, ὅπου ἤθελε νὰ τὴν φονεύση, καὶ λέγει του• μακροθύμησον καμπόσην ὥραν εἰς ἐμέ ὦ τέκνον μου, νὰ συντύχω πρὸς τοὺς παρεστώτας ὀλίγα λόγια, νὰ κάμω καὶ τὴν προσευχήν μου, καὶ τότε νὰ κάμης τὸ προστασσόμενον. Οὕτως εἶπεν, ἔπειτα στρέφει πρὸς τὸ πλήθος τὸ πρόσωπον, λέγουσα• παρακαλώσας, Αδελφοί καὶ φίλοι μου, ὡς αναξία δούλη τοῦ Ὑψίστου, ἀκούσατε νουνεχώς τὴν μικράν μου ταύτην παραίνεσιν. Ἠξεύρετε, ὅτι ἕνας εἶναι μόνον ὁ ἀληθής Θεός ἐν Πατρί, καὶ Υἱώ, καὶ Ἁγίω Πνεύματι θεωρούμενος καὶ προσκυνούμενος• καὶ ὅστις πιστεύει εἰς αὐτὸν μόνον, σώνεται. Λοιπόν ὑπερβαίνοντες πάσα τὴν κτίσιν τῶν ὁρωμένων καὶ νοουμένων, ὑψώσατε τὸν νοῦν, νὰ γνωρίσετε τὸν Πατέρα τῶν φώτων, καὶ τὸν μονογενῆ Υἱόν καὶ Λόγον αὐτοῦ, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τὸ πανάγιον Πνεῦμα. ‘Οτι αὐτά τά τρία πρόσωπα εἶναι ἕνας Θεός ἀκατάληπτος, καὶ τινάς δέν σώνεται εἰς ἄλλο ὄνομα. Ταύτα ἡ Μάρτυς πρὸς τοὺς παρόντας ὀμιλήσασα, ὕψωσε πρὸς οὐρανόν τά ὅμματα τῆς διανοίας, τοιαύτα λέγουσα•

Ἄναρχε, ἀθάνατε, ἂχρονε, ἂκτιστε, ἀκατάληπτε, καὶ ἀνεξιχνίαστε Κύριε, Θεέ τῶν ὅλων, καὶ δημιουργέ πάσης κτίσεως, προνοητά καὶ σωτήρ ὁλονῶν, ὅπου εἰς σέ ἐλπίζουσιν• εὐχαριστῶ σοι, ὁποῦ μὲ ἤφερες εἰς τὴν ὥραν ταύτην, καὶ ἤγγισα εἰς τὸν Στέφανον τῆς δικαιοσύνης σου. Ὑμνῶ καὶ εὐλογῶ τὴν ἀναρίθμητον εὐσπλαγχνίαν καὶ φιλανθρωπίαν σου, ὁποῦ ἠθέλησες νὰ μὲ συντάξης μὲ τους ἐκλεκτοὺς δούλους σου. Ἐπίβλεψον καὶ τώρα ἐπ’ ἐμέ τὴν ταπεινήν Δέσποτα Θεέ, Κύριε τοῦ ἐλέους παντοκράτωρ καὶ παντοδύναμε, ἐπάκουσον τῆς προσευχῆς μου, καὶ πλήρωσόν μου τά αἰτήματα εἰς ἒπαινον, καὶ τιμήν καὶ δόξαν τοῦ ὑπεραγίου καὶ προσκυνητοῦ σου ὀνόματος. Χάρισαι τὴν ἂφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν ὁλονῶν ἐκείνων, ὃπου θέλουν οἰκοδομήσει Ἐκκλησίαν εἰς τὸ ὄνομα τῆς δούλης σου, να λειτουργοῦσιν εἰς αὐτὴν προσευχόμενοι, ἤ γράψουσι τὸ Μαρτύριον τῆς ἀθλήσεως μου, καὶ τὸ ἀναγινώσκουσι μετά πίστεως, μνημονεύοντες τὸ ὂνομα τῆς δούλης σου, καὶ καρποφοροῦσι τὸ καταδύναμιν• ὁλονῶν αὐτῶν λέγω, ὅπου θεραπεύσουν τὸ νικητήριον τοῦ σώματός μου, ὅπου ἐμαρτύρησε δι’ ἀγάπην σου, συγχώρησον τάς ἁμαρτίας κατά τὸ μέτρον τῆς πίστεως αὐτῶν• καὶ μη τοὺς ἐγγίση χείρ κολαστήριος, οὔτε πείνα, οὐδέ θανατικόν, ἤ ἄλλη βλάβη ψυχῆς, ἤ σώματος. Καὶ ὅσοι μὲ θέλουν ἐορτάσει δοξολογούντες μετά πίστεως, καὶ σοῦ ζητήσουν σωτηρίαν καὶ ἔλεος διά μέσου μου, χάρισαί τους εἰς τοῦτον τὸν Κόσμον τά ἀγαθά σου, να πορεύωνται πρὸς αὐτάρκειαν• καὶ ἀξίωσον αὐτοὺς καὶ τῆς οὐρανίου βασιλείας σου. Ότι σύ εἶ μόνος άγαθός καὶ φιλάνθρωπος, καὶ τῶν ἀγαθῶν δοτήρ εἰς τοὺς αἰῶνας, ἀμήν. Ταύτα προσευχομένης τῆς Μάρτυρος, ἐγίνη πάλιν μέγας σεισμός, καὶ ἔπεσον κατά γῆς πολλοί ἄνθρωτοι, ὁμοίως καὶ ὁ δήμιος, ὅπου ἔμελλε νὰ τὴν θατανατώση, ἔπεσεν ἔντρομος. Ὁ δὲ Κύριος αὐτός τῆς ἐπαραστάθη νοητῶς μὲ πλήθος πολύ Ἁγίων Ἀγγέλων, καὶ λέγει της• Ἔχε θάῤῥος Μαρῖνα, καὶ μὴ φοβᾶσαι, ὅτι τάς προσευχάς σου ἐπήκουσα, καὶ πάντα ὅσα ἐζήτησες ἐπλήρωσα, καὶ νὰ τά ἀποπληρώσω κατά καιρόν, καθώς ἤτησας• καὶ τώρα ἦλθον νὰ ἀναλάβω τὴν ψυχήν σου εἰς τά οὐράνια. Μακαρία σύ, ὅτι διά τοὺς ἁμαρτωλούς παρεκάλεσας, ἐφάνης ἐνώπιόν μου ἄμωμος, καὶ ηὕρες χάριν εἰς ἐμένα. Δι’ αὐτό θέλει εἶσται πολύς ὁ μισθός σου εἰς τά οὐράνια. Τότε ἡ Μακαρία ἐνεπλήσθη χαρᾶς πολλῆς καὶ ἀγαλλιάσεως, καὶ λέγει τῷ στρατιώτη• Τελείωσον τώρα εἰς ἐμέ ἐκεῖνο, ὅπου σέ ἐπρόσταξαν. Αὐτός δὲ ἔτρεμε, καὶ δέν ἐτόλμα νὰ σηκώση τὸ σπαθί ὁλότελα. Ἀμὴ αὐτή τὸν έθάῤῥυνε, καὶ μετά βίας τὸν ἐκατάπεισε, καὶ ἒκοψε τὴν μακαρίαν της κεφαλήν τῆ ιζ’. τοῦ Ἰουλίου Μηνός• καὶ τὸ μέν Ἅγιον Λείψανον ἐπήραν κρυφά οἱ Χριστιανοί, καὶ ἐνταφίασαν αὐτό ἐντίμως ὡς ἔπρεπεν• ἡ δὲ μακαρία ψυχή ἀπῆλθεν εἰς τὴν οὐράνιον εὔκλειαν. Ἧς γένοιτο πάντας ἡμᾶς έπιτυχεῖν. ΑΜΗΝ.

Πηγή: Καλοκαιρινή (Περιέχουσα βίους Ἁγίων τινῶν τοῦ Καλοκαιρίου) Παρά Άγαπίου Μοναχοῦ

Δείτε επίσης

Άγιος Ιερομάρτυς Χαράλαμπος

Απολυτίκιον. Ήχος δ’. Ταχύ   προκατάλαβε. Ως στύλος ακλόνητος της Εκκλησίας Χριστού και λύχνος αείφωτος …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

(c) orthodoxanswers.gr Το παρόν site είναι αφιερωμένο στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και στην υπερευλογημένη Θεοτόκο.
Με την χάρη του Τριαδικού Θεού οι "Ορθόδοξες Απαντήσεις" βρίσκονται στο διαδίκτυο από το 2006.