(c) OrthodoxAnswers.gr
Δευτέρα , 27 Μάρτιος 2017
Ειδοποιήσεις
Αρχική » Άρθρον Πρώτον

Άρθρον Πρώτον

ΑΡΘΡΟΝ ΠΡΩΤΟΝ

«Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητήν οὐρανοῦ καί γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καί ἀοράτων».

Στό ἄρθρο αὐτό ἐκφράζεται συνοπτικά ἡ πίστη τῆς ᾿Εκκλησίας στόν ἕνα χριστιανικό Θεό, πού εἶναι Πατέρας παντοδύναμος καί δημιουργός ὅλων τῶν κτισμάτων. ῞Οπως εἶναι φυσικό, στίς λιτές αὐτές γραμμές λίγα μονάχα ἐκφράζονται καί πολύ περισσότερα ὑπονοοῦνται. Αὐτά θά προσπαθήσουμε στή συνέχεια νά σκιαγραφήσουμε ὅσο γίνεται ἁπλούστερα καί συνοπτικότερα.

«Πιστεύω». 

Τό ρῆμα εἶναι ἐνδεικτικό τῆς πνευματικῆς στάσεως τοῦ ὁμολογοῦντος τό Σύμβολο προσώπου, καθώς καί τῆς φύσεως τῶν ἀληθειῶν στίς ὁποῖες τοῦτο εἰσάγει.
Οἱ ἀλήθειες τοῦ Συμβόλου δέν εἶναι ἀλήθειες ἐμπειρικές, ἀλλά μεταφυσικές καί ὑπεραισθητές, στό μέτρο πού μεταφυσικός καί ὑπεραισθητός εἶναι καί ὁ Θεός, ἀπό τόν ὁποῖον ἀπορρέουν καί στόν ὁποῖον ἀναφέρονται. Δέν ἀποτελοῦν μέγεθος φυσικό, στό ὁποῖο νά μπορεῖ αὐτοδύναμα ν᾿ ἀναχθεῖ ὁ ἄνθρωπος, κάτι πού ἔχει τή δυνατότητα νά βρεῖ ὁ ἴδιος καί νά διατυπώσει μέ τό μυαλό του. Δέν μοιάζουν μέ ἀλήθειες ἐπιστημονικές στίς ὁποῖες δουλεύει ὁ διασκεπτικός λόγος καί ἡ κριτική διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, μέ ἀξιώματα πού συνάγονται κατόπιν ἐπιστημονικῆς παρατηρήσεως καί πειραμάτων καί πού εἶναι τόσο καταφανῆ καί αὐτόδηλα, ὥστε νά μή μπορεῖ κανείς νά τ᾿ ἀρνηθεῖ, ἄν δέν θέλει νά θεωρεῖται ἐξωπραγματικός καί παράλογος. Τούς φυσικούς νόμους, λ.χ., δέν μπορεῖ ν᾿ ἀμφισβητήσει ὁ ἄνθρωπος· ἄν τό πράξει, θά εἶναι ἀνόητος. Οἱ ἐγκόσμιες ἀλήθειες ἔχουν φυσικά τήν ἀξία τους, ὡς προερχόμενες ἀπό τό λογικό πλάσμα, πού, ὡς «εἰκόνα» Θεοῦ, ἔχει μέ τό φυσικό λόγο καί τή διάνοιά του, τή δυνατότητα νά δημιουργεῖ ἐπιστήμη καί νά μορφώνει τό περιεχόμενο τῆς γνωστικῆς του συνειδήσεως. Πρός τό σκοπό αὐτόν ἄλλωστε, ν᾿ ἀνιχνεύει δηλαδή καί νά κατακτᾶ τή φύση, ἔλαβε προσταγήν ἀπό τόν Πλάστη του14. Σέ τελική ἀνάλυση οἱ φυσικές ἀλήθειες ἀνάγονται ἔμμεσα στόν ἴδιο τόν Θεό.
Σέ ἀντίθεση μέ τίς ἀλήθειες αὐτές πού εἶναι ἀποκυήματα ἀνθρώπινα, κινοῦνται στό χῶρο τῆς φυσικῆς ἐμπειρίας, ἔχουν κῦρος ἐπιστημονικό καί λειτουργοῦν μέ ὄργανο τόν ἀνθρώπινο λόγο, οἱ ἀλήθειες τῆς πίστεως δέν προέρχονται ἀπό τόν ἄνθρωπο, ἀλλ᾿ ἔχουν μοναδική πηγή τους τόν Θεό. ᾿Αποτελοῦν φανέρωση, ἀποκάλυψη Θεοῦ. Σ᾿ αὐτές ὁμιλεῖ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πού φανερώνει στόν ἄνθρωπον ὄχι μονάχα τό κεκρυμμένο, αὐτό πού δέν γνωρίζει, ἀλλά καί αὐτό πού δέν ἔχει τή δυνατότητα νά γνωρίσει. Στίς ἀλήθειες αὐτές ὁ ἄνθρωπος δέχεται, ἀκούει, σιωπᾶ. ῾Ο λόγος εἶναι ἀποκλειστικά τοῦ Θεοῦ, ἡ φανέρωση τῆς ἄπειρης θείας ἀλήθειας καί τοῦ ἁγίου του θελήματος. Εὐνόητον φυσικά ὅτι οἱ ἀλήθειες τῆς πίστεως κανένα δέν μποροῦν νά πείσουν ἀναγκαστικά. Τίς ἀποδέχεται μονάχα ἐκεῖνος πού τίς πιστεύει καί στό μέτρο πού φωτίζεται ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ.
Οἱ μεταφυσικές ἀλήθειες τῆς πίστεως βρίσκονται σέ λόγο εὐθέως ἀνάλογο πρός τή φύση τοῦ ὑποκειμένου ἀπό τό ὁποῖον ἀπορρέουν. ῞Οπως ὁ Θεός, τό ἄπειρον καί ἀπόλυτον πνεῦμα, εἶναι ἀδιάγνωστος καί ἀκατάληπτος, ἔτσι καί οἱ ἀλήθειες πού ἀπορρέουν ἀπ᾿ αὐτόν εἶναι στό ἴδιο μέτρο ἀδιάγνωστες καί ἀκατάληπτες. Τόν Θεό κανένας δέν εἶδε ποτέ, οὔτε ἔχει τή δυνατότητα νά δεῖ15. ῾Η οὐσία του καλύπτεται ἀπό πυκνό γνόφο ἀγνωσίας16. Οἰκεῖ «φῶς ἀπρόσιτον»17, δηλαδή εἶναι ἀνέφικτη σέ κάθε κτιστή καταληπτική δυνατότητα18. Κανένα πλάσμα, ὅσο τελειότερο καί ἄν εἶναι, δέν μπορεῖ νά προσεγγίσει τό ἀνεξάντλητο βάθος της, νά διασχίσει τό μυστηριώδη πέπλο πού ἀσφυκτικά τήν περιβάλλει καί νά τήν κατανοήσει. ῾Η θεία οὐσία εἶναι γνωστή μονάχα στά τρία πρόσωπα τῆς ἁγίας Τριάδος, γιατί κάθε πρόσωπο εἶναι πλήρης καί τέλειος φορέας αὐτῆς. Τά ὑπόλοιπα ὄντα, ἄγγελοι καί ἄνθρωποι, ἀνεξάρτητα ἀπό τό βαθμό τελειότητος πού μποροῦν νά διαθέτουν, βρίσκονται σέ παντελῆ ἀγνωσία, ἀσθμαίνοντα μπροστά στό ἀβυσσῶδες μυστήριο τῆς θείας ἀπειρίας.
῾Ο χριστιανικός «ἀγνωστικισμός», τό γεγονός δηλαδή ὅτι ἀγνοοῦμε τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, εἶναι μέγεθος δεδομένο στήν ὀρθόδοξη γνωσιολογία. Εἶναι τό πρῶτο γράμμα στό ἀλφαβητάρι τῆς πίστεως. Δέν γνωρίζουμε τόν Θεό μέ τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο γνωρίζουμε τά φυσικά πράγματα. ῎Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ἤ ὁ Θεός θά ἔπαυε νά εἶναι Θεός, ἤ ὁ ἄνθρωπος θά ἔπαυε νά εἶναι ἄνθρωπος. ῾Ο μέν Θεός θά μεταχωροῦσε στήν τάξη τῶν κτισμάτων, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος θ᾿ ἀνυψωνόταν στήν τάξη τοῦ Θεοῦ, ἔτσι ὥστε νά ὑπάρξει ἐξισορρόπηση τῶν δύο (Θεοῦ καί ἀνθρώπου) καί ὁ ἄνθρωπος νά γνωρίσει ὡς ἴσος τόν ἴσον Θεό. Αὐτό ὅμως εἶναι ἀδύνατο νά συμβεῖ.
Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά κάνουμε μιά διευκρίνηση. ῞Οταν μιλᾶμε γιά χριστιανικό ἀγνωστικισμό, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἀγνοοῦμε παντελῶς τόν Θεό, ὅτι βρισκόμαστε ὁλότελα στά σκοτάδια καί ὅτι σέ τελική ἀνάλυση δεχόμαστε ἕνα «μηδέν», ἀφοῦ αὐτό περί τοῦ ὁποίου καμιά ἀπολύτως αἴσθηση δέν μποροῦμε νά ἔχουμε, εἶναι σάν νά μήν ὑπάρχει γιά μᾶς, ἰσοῦται μέ τό τίποτε. Μιά τέτοια σκέψη ἀποτελεῖ τεράστιο λάθος ἀπό τό ὁποῖο μᾶς προφυλάσσει ἡ ὀρθόδοξη τριαδολογία. Δέν ἔχουμε μονιστική οὐσιολογία. Τουναντίον ἔχουμε «πλουραλισμό», πολλότητα στό ἀπερινόητο μυστήριο τοῦ Θεοῦ, πού ἐκφράζεται σέ διάφορα πεδία –χωρίς αὐτό νά καταστρέφει τήν ἁπλότητα τῆς θείας οὐσίας, ἐπιφέροντας μερισμό καί σύνθεση σ᾿ αὐτήν– ὅπως στίς ἀΐδιες τριαδικές ὑποστάσεις, στίς ὁποῖες ἀενάως περιχωρεῖται ὁ Θεός καί πληροῦται ἡ ἄπειρη οὐσία του· καθώς καί στίς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες, πού εἶναι ὁ φυσικός πλοῦτος τῆς θεότητος καί εἶναι κοινές καί στά τρία πρόσωπα τῆς μακαρίας Τριάδος. Καί ἐνῶ ἡ θεία οὐσία παραμένει πάντοτε σκοτεινή καί ἀδιάγνωστη, στίς τριαδικές δέ ὑποστάσεις γίνεται ἡ ἐσωτερική κυκλοφορία –ἄν μποροῦμε νά ποῦμε– τοῦ Θεοῦ, στίς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες γίνεται ἡ ἐπικοινωνία τοῦ Θεοῦ μέ τή φυσική δημιουργία. Καί ἐνῶ ἡ θεία οὐσία εἶναι ἐξωτερικῶς ἀμέθεκτη καί ἀκοινώνητη, οἱ θεῖες ἐνέργειες εἶναι κοινωνητές καί μεθεκτές. Σ᾿ αὐτές εἶναι ριζωμένο τό ὀντολογικό θεμέλιο τῶν ὄντων, μέ αὐτές γίνεται ἡ ἐξωτερική φανέρωση τοῦ Θεοῦ στήν κτίση, ὑπάρχει καί λειτουργεῖ ἡ πρόνοια πού συγκρατεῖ καί κατευθύνει τά ὄντα στόν προορισμό τους, ὡς καί ἡ δυνατότητα σωτηρίας τοῦ πεπτωκότος στήν ἁμαρτίαν ἀνθρώπου. Στό σοφό αὐτό δίδαγμα πού εἶναι ἀποκλειστικό γνώρισμα τῆς ὀρθόδοξης τριαδολογίας, μέθεξη Θεοῦ καί ἀμεθεξία ταιριάζουν κατά τέτοιο τρόπο, ὥστε οὔτε ὁ Θεός νά εἶναι ἀποξενωμένος ἀπό τά κτίσματά του, ἀλλ᾿ οὔτε καί αὐτά νά μένουν ἄμοιρα Θεοῦ. ῎Ετσι, καί γνωρίζουμε καί ἀγνοοῦμε τόν Θεό. Τόν γνωρίζουμε σάν ἄκτιστη θεία ἐνέργεια καί τόν ἀγνοοῦμε σάν οὐσία ἀπερινόητη καί ἀπερίληπτη. Στό ἀπερινόητο αὐτό θαῦμα τά πάντα μετέχουν Θεοῦ, ἐνῶ συγχρόνως εἶναι ἀποξενωμένα ἀπό τόν Θεό!
Σύμφωνα μέ θεμελιώδη δογματική ἀρχή, ὁ Θεός δέν ἄφησεν ἑαυτόν ἀμάρτυρο στό λογικό πλάσμα του. Αὐτό θά ἦταν ἀνάξιο τῆς θείας του πατρότητος καί ἀντιφατικό στήν ἔννοια τοῦ δημιουργικοῦ ἔργου του.
Σέ μιά πρώτη φάση ἡ ἰδέα τοῦ Θεοῦ ἀπηχεῖται στήν πνευματική φύση τοῦ λογικοῦ πλάσματος. Στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχει ἔμφυτα χαραγμένη ἡ ἰδέα τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ἄνθρωπος φέρεται αὐτόματα πρός τόν Θεό19. ῾Η πυξίδα τοῦ πνεύματός του εἶναι σταθερά προσανατολισμένη πρός τόν Πλάστη του. Τό ὅτι ὑπάρχουν ἄθεοι, αὐτό δέν καταργεῖ τή μεγάλη ἀλήθεια. Τουναντίον στηρίζει, ὡς ἐξαίρεση, τήν καθολικότητα τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου, πού ἁπλώνει βαθειές τίς ρίζες του στή συνείδηση τῶν ἀνθρώπων κάθε κλίματος καί κάθε ἐποχῆς. ῾Ο ἄνθρωπος εἶναι ὄν φύσει θρησκευτικόν. Αὐτό φυσικά δέν σημαίνει ὅτι ἡ θρησκευτικότητα εἶναι καταβολή ἀπηρτισμένη στήν ψυχή. ῾Υπάρχει «δυνάμει» σ᾿ αὐτήν, ὑπόκειται σέ ἐξέλιξη καί ὑφίσταται πάντοτε τό ἐνδεχόμενο νά ἐκφυλισθεῖ καί νά ἐκλείψει, ὅταν βρεθεῖ κάτω ἀπό συνθῆκες ἀντίξοες γιά τήν καλλιέργεια καί τήν ἀνάπτυξή της. ῾Η ἔμφυτη θρησκευτικότητα στήν ψυχή εἶναι ὁ πρῶτος δέκτης τῆς ἰδέας τοῦ Θεοῦ καί τῆς καλλιέργειας τῆς μετ᾿ αὐτοῦ πνευματικῆς σχέσεως.
Κατόπιν ἡ ἰδέα τοῦ Θεοῦ ἀνακλᾶται στήν ἐξωτερική δημιουργία. ῾Ο φυσικός κόσμος εἶναι τό κάτοπτρο τῆς μεγαλωσύνης τοῦ Θεοῦ. ῞Οποιος κοιτάξει τόν κόσμο μέ βλέμμα ἀθόλωτο καί καθαρό, ἀνιχνεύει σ᾿ αὐτόν τά σημάδια τοῦ Θεοῦ. Στήν ὀμορφιά τῶν κτισμάτων καθρεφτίζεται ἡ ὀμορφιά τοῦ κτίστη. ᾿Ανακλῶνται σ᾿ αὐτά οἱ ἰδιότητες τοῦ πλαστουργοῦ, ἰδιαίτερα ἡ πανσοφία καί ἡ παντοδυναμία του. «Οἱ οὐρανοί διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ»20, ἀναφωνεῖ ἔκθαμβος ὁ ψαλμωδός. Πράγματι, εἶναι τόσο ὄμορφος ὁ κόσμος, τόσο ἀριστουργηματικά πλασμένος, τόσο ἁρμονική ἡ ἀρχιτεκτονική του δόμηση, ὥστε ὁ ἄνθρωπος, τόν ὁποῖον δέν ἔχει ἀποτυφλώσει ἡ ἁμαρτία, σέ κάθε βῆμα του ν᾿ ἀνιχνεύει τή σοφία τοῦ πλάστη καί ν᾿ ἀνυμνεῖ τό ἄπειρο μεγαλεῖο καί τήν ἀκατάλυτη δόξα του. ῎Ετσι, αὐτό πού παραμένει ἀπόκρυφο καί ἀδιάγνωστο στήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, φαίνεται καί διαγινώσκεται στή θεία του ἐνέργεια πού εἶναι ἡ θεατή ὄψη τῆς θεότητος, ἀποτυπούμενο στό ἔργο πού αὐτή τόσο πλούσια καί πάνσοφα «ἐκ τοῦ μηδενός» ἐπλαστούργησε. «Τά γάρ ἀόρατα αὐτοῦ –λέγει ὁ Παῦλος– ἀπό κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται, ἥτε ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καί θειότης»21. ῎Ετσι ἀπομένει ἀναπολόγητος ὁ ἄνθρωπος, πού, σκοτισμένος ἀπό τά πάθη του, μένει τυφλός στό ἔκπαγλο θαῦμα τοῦ Θεοῦ, μή μπορώντας νά προσφέρει δοξολογική εὐχαριστία στήν πανσοφία καί τή δύναμη τοῦ Πλάστη του.
Παράλληλα μέ τήν ἐξωτερική αὐτή φανέρωση, ὑπάρχει καί μία ἄλλη πολύ σπουδαιότερη καί σημαντικότερη, ἡ φανέρωση πού ἔκανε ὁ ἴδιος ὁ Θεός στό πρόσωπο τοῦ σαρκωθέντος Λόγου του22. ᾿Εδῶ μᾶς μίλησε αὐτοπροσώπως ὁ Θεός. ῾Η φανέρωσή του ἦταν ἄμεση. ῾Ο Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀναλαμβάνοντας τήν ἀνθρώπινη φύση καί ζώντας προσωπικά στόν κόσμο, ἐφανέρωσε ἐκεῖνο πού εἶχεν ἀρχικά ὁ ἄνθρωπος, τήν ἀληθινή θεογνωσία, καί πού τόσο ἀλόγιστα ἔχασε στήν τραγωδία τῆς ᾿Εδέμ. Καί δέν ἐφανέρωσε μέν ὁ Χριστός τό ἀπόρρητο βάθος τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, γιατί αὐτό δέν μποροῦσε νά γίνει, καί φυσικά ὄχι ἀπό τή μεριά τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς, ἀλλά ἀπό τή μεριά τοῦ πλάσματος, τό ὁποῖον –ἐπαναλαμβάνουμε– δέν διαθέτει μιά τέτοια δυνατότητα ὑποδοχῆς τοῦ φύσει ἀλήπτου καί ἀπερινοήτου· ἐφανέρωσε ὅμως ὅ,τι ἄλλο ἀφοροῦσε τόν Θεό, φωτίζοντας τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου μέ τό λυτρωτικό φῶς τῆς θείας ἀλήθειας23, πού ἦταν ἀπαραίτητο γιά νά γνωρίσει τό πλάσμα τήν ἀληθινή φύση τῶν πραγμάτων, νά λάβει αἴσθηση τῆς ἀλήθειας καί τοῦ προορισμοῦ του καί ν᾿ ἀναλάβει ὑπεύθυνα στά χέρια του τήν ὑπόθεση τῆς ζωῆς του. Στό πρόσωπο τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ὅ,τι εἶχε νά φανερώσει ὁ Θεός, σημειώνει τό ἀποκορύφωμά του. ῾Η θεία ἀποκάλυψη κλείνει ὁριστικά24, γονιμοποιούμενη στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων διά τῆς τελειωτικῆς δυνάμεως τοῦ παναγίου Πνεύματος.
Στήν ὀρθόδοξη γνωσιολογία ἔχει μεγάλη σημασία ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου προσπαθεῖ νά μορφώσει κάποιαν ἰδέα γύρω ἀπό τό ἐρώτημα περί Θεοῦ. Δουλεύοντας στίς πηγές τῆς θείας ἀποκαλύψεως –τή βιβλική μαρτυρία καί τήν ἱερά παράδοση– ὁ νοῦς προσπαθεῖ νά προσεγγίσει τό θεῖον μέ τή μέθοδο τῶν ἀφαιρέσεων.
᾿Αφαιρεῖ δηλαδή ἀπό τήν ἰδέα τοῦ Θεοῦ ὅ,τι σχετικό καί πεπερασμένο παρατηρεῖται στό φυσικό κόσμο. ῾Ο Θεός, ὡς τό ἀπόλυτο καί ἄπειρο πνεῦμα, δέν εἶναι ὅ,τι εἶναι ὁ κόσμος, δέν μπορεῖ νά ὑπόκειται σέ ὁποιουσδήποτε φυσικούς περιορισμούς. Δέν μπορεῖ νά περιορίζεται στόν ἐκτατό χῶρο, νά ἔχει ἀνέλιξη στό χρόνο, νά εἶναι μειωμένη ἡ δύναμή του κ.ο.κ. ῾Ο Θεός πρέπει νά εἶναι ἄπειρος, ἀναλλοίωτος, παντοδύναμος. ῾Η μέθοδος αὐτή πού, χρησιμοποιώντας τό στερητικό ἄλφα (α), προσεγγίζει τόν Θεό ἀφαιρώντας ἀπό τήν ἰδέα του κάθε ἔννοια περιοριστική, συνιστᾶ τή λεγόμενη ἀποφατική θεολογία, πού ἀποτελεῖ τήν ψυχή τῆς ὀρθόδοξης γνωσιολογίας καί εἶναι τόσο σημαντική γιά τήν εὐσέβεια καί τίς μυστικές ἐνατενίσεις τῆς ᾿Ορθοδοξίας. Γνωρίζουμε τόν Θεό, στό μέτρο πού τόν ἀγνοοῦμε. ῾Η γνώση μας στηρίζεται σέ μιά ἄρνηση, σέ μιά ἀφαίρεση, φθάνοντας ἔτσι στόν ἐσώτερο πυρῆνα τῆς θεογνωσίας, πού κι αὐτός δέν ἐκφράζει τίποτε ἄλλο ἀπό τή δική μας ἀγνωσία καί ἀκαταληψία25, μπροστά στό μέγεθος τῆς θείας ἀπειρίας. ῾Η καρδιά μας μυσταγωγεῖται, καλύπτεται ἀπό τό θεῖο γνόφο26 καί ἀναλύεται στό ἀνέκφραστο μυστήριο τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο ζεῖ ἐσωτερικά μέ ταπείνωση καί ἀγάπη. Φυσικά ὑπάρχει καί ἡ καταφατική θεολογία πού συμπληρώνει τήν ἀποφατική καί στηρίζεται σέ καταφατικούς περί Θεοῦ ὁρισμούς, σημαντικότερος τῶν ὁποίων εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἰδέα τοῦ ὄντος· «᾿Εγώ εἰμι ὁ ὤν»27. Κατά τή μέθοδο τῶν καταφάσεων, ὅ,τι καλό παρατηροῦμε στό φυσικό κόσμο τό ἀποδίδουμε σέ ὑπέρτατο βαθμό στό ὑπερτέλειο θεῖο ὄν. ῎Ετσι σέ ἀπόλυτο μέτρο ἀποδίδουμε στόν Θεό τήν ἀγαθότητα, τή δικαιοσύνη, τήν ἁγιότητα, τήν ἀγάπη κ.τ.ὅ. Στό συγκερασμό τῶν δύο αὐτῶν μεθόδων –μέ προεξάρχον πάντοτε στοιχεῖο τό ἀποφατικό– στηρίζεται ἡ ἀληθινή περί Θεοῦ γνώση, ὅπως μᾶς τή φανέρωσε ἡ θεία ἀποκάλυψη, ὁ αἰώνιος λόγος τοῦ Θεοῦ.
᾿Από ὅσα μέχρι τοῦδε εἴπαμε, συνάγεται ὅτι ὁ ἀνθρώπινος νοῦς εἶναι πολύ μικρός, δέν ἐπαρκεῖ ἀπό μόνος του, δέν ἀντέχει στή γνωστική θείαν ἀνάβαση. ᾿Εδῶ χρειάζεται κάποιο ἄλλο στοιχεῖο ἰσχυρότερο μέ τό ὁποῖο νά μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νά πλησιάσει κάπως ἀσφαλέστερα τόν ὑπερβατικό Θεό. Τό στοιχεῖο αὐτό τό ὀνομάζουμε πίστη. Εἶναι δέ ἡ πίστη δύναμη ἐξυψωτική πού μπορεῖ –ὡς ἕνα σημεῖο φυσικά– νά προσεγγίσει τό ἄρρητο μυστήριο, χωρίς –ἐπαναλαμβάνουμε– νά παρέχει τή δυνατότητα κατανοήσεως τῆς θείας οὐσίας ἤ καί τῶν ὑπερβατικῶν θείων ἀληθειῶν, πού, σέ ὁποιαδήποτε κατάσταση τοῦ νοοῦντος ὑποκειμένου, δέν παύουν νά εἶναι ἀνέφικτες σέ κάθε νοητική δυνατότητα τοῦ κτίσματος. ῾Η πίστη εἶναι μᾶλλον χαρισματική διαίσθηση, κατάσταση συνεπαρμένης καρδίας, στήν ὁποίαν ἀνακλᾶται28, φεγγίζει ἡ μυστική θεία φανέρωση. Εἶναι ἁπλή κατάφαση στήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀπολυπραγμόνητη συγκατάθεση στόν αἰώνιο καί ἀκατάλυτο λόγο του, ἕνα ἀταλάντευτο ναί στή θεία ἀποκάλυψη29. ῾Η πίστη εἶναι ἀφιέρωση, ἐμπιστοσύνη, δόσιμο ἐλεύθερο στήν ἀλήθεια καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. ᾿Εμπιστεύεται κανείς τόν Θεό, ἔστω κι ἄν δέν μπορεῖ γνωστικά νά τόν προσεγγίσει καί νά ἐξηγήσει τίς μετ᾿ αὐτοῦ σχέσεις του30. ῾Η πίστη εἶναι δύναμη ἐξυψωτική πού δουλεύει πέρα ἀπό τή φυσική ἀδυναμία τοῦ πλάσματος, εἶναι τό φτερό πού χρειάζεται ἡ λογική ὕπαρξη γιά νά πετάξει στήν ἀδιάγνωστη σφαίρα τοῦ πλάστη της. Καί αὐτό εἶναι ἡ μόνη δυνατότητα πού διαθέτει. Δέν ἔχει ἄλλο τρόπο νά σπάσει τό κέλυφος τῆς σύμφυτης ἀδυναμίας της. ᾿Από τήν ἄποψη αὐτή ἡ πίστη εἶναι δύναμη λυτρωτική καί σωτήρια. Εἶναι κατάσταση θεόληπτη, δωρεά τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ στίς ἁπλοϊκές καί ἥσυχες καρδιές, δόση Θεοῦ31, στήν ὁποίαν ὁ πιστός, ἐναποθέτοντας ὁλόκληρη τή ζωή του στήν ἀπειρόδωρη πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἑνώνεται ἐσωτερικά μέ τόν Κύριο, ζεῖ τή στιγμή τοῦ Θεοῦ, καταλήγοντας στή χαρισματική θέωση τῆς φύσεώς του.
Καί ἐγείρεται τό ἐρώτημα· τί ἀπογίνεται ὁ νοῦς (ὁ λόγος) στή χαρισματική διάσταση τῆς πίστεως; Παύει νά λειτουργεῖ, μένει ἀνενεργός στό μυστικό ἐξυψωτικό αὐτό βίωμα; Τό ἐρώτημα εἶναι σημαντικό καί μᾶς εἰσάγει στήν προβληματική τῶν σχέσεων μεταξύ πίστεως καί γνώσεως.
῾Η ἀπάντηση ἐκ προοιμίου πρέπει νά εἶναι ἀρνητική. ῾Ο νοῦς σέ καμιά περίπτωση δέν ἀπρακτεῖ, γιατί αὐτό θά σήμαινε τήν ἐξαφάνισή του. ῾Ο νοῦς εἶναι τό σημαντικότερο στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης οὐσίας, ἀπήχημα μικρό τοῦ μεγάλου Νοῦ, πού ἀνακλᾶται στό λογικό πλάσμα, σάν «εἰκόνα» Θεοῦ. Στό νοῦ ἔχει τό κέντρο του τό ἐγώ καί ἡ αὐτοσυνειδησία τοῦ ἀνθρώπου. Μέ αὐτόν, ὡς ὄργανο, λαμβάνει αἴσθηση ὁ ἄνθρωπος τόσο τοῦ Θεοῦ, ὅσο καί τῶν πραγμάτων τοῦ φυσικοῦ κόσμου πού τόν περιβάλλουν. Κατόπιν μέ τό νοῦ του ὁ ἄνθρωπος δέχεται τίς ἀλήθειες τοῦ Θεοῦ, τίς ἐπεξεργάζεται καί ἀντιδρᾶ ἀνάλογα σ᾿ αὐτές. ῾Ο νοῦς εἶναι τό πρωταρχικό δοχεῖο παντός ὅ,τι εἰσέρχεται στή συνείδηση. Εἶναι τό χωνευτήρι στό ὁποῖο τά διάφορα συνειδησιακά στοιχεῖα θά ὑποστοῦν τήν πρώτη κατάλληλη διεργασία γιά νά περάσουν κατόπιν σ᾿ ὅλες τίς περιοχές τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως. ῾Ο νοῦς εἶναι τό κέντρο τῆς προσωπικότητος πού δέν μπορεῖ νά ἐκλείψει, χωρίς τόν κίνδυνο ν᾿ ἀφανιστεῖ μαζί του καί ἐκείνη.
Στήν πίστη ὁ νοῦς δέν χάνεται· ἁπλῶς ὑπερκεράζεται. Μπορεῖ νά φθάσει καί νά ἐξαντλήσει τά ὅριά του, τά ὁποῖα δέν μπορεῖ νά ξεπεράσει, μιά καί δέν ἔχει τή δυνατότητα νά εἰσχωρήσει στό φύσει ἀχανές καί ἀπεριόριστο. Τό ἔργο αὐτό –ὅπως εἴπαμε– εἶναι ἔργο τῆς πίστεως. ῾Ο λόγος ἁπλῶς ἀκολουθεῖ στή μυστική ἀνάβαση. Χωρίς ἄρθρωση καί φωνή ἐναρμονίζεται στόν ὑψωτικό τῆς καρδίας μετεωρισμό. Τά πρωτεῖα στή διαδικασία αὐτή ἔχει ἡ καρδία, πού αἰσθάνεται πέρα ἀπό τό λόγο, ἔχει διαίσθηση αὐτοῦ πού δέν ὑποπίπτει ἄμεσα στή φυσική τοῦ ἀνθρώπου διάνοια. ῾Ο νοῦς ὅμως ἀπό τή μεριά του, ὡς διάνοια φυσική, μπορεῖ νά ἐνταχθεῖ στή γενικώτερη μεταχάλκευση τῆς φύσεως, πού εἶναι ἡ βασική ὄψη τῆς λυτρώσεως. Μπορεῖ, καταλαμπόμενος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, νά γίνει νοῦς μυστηριακός, «νοῦς Χριστοῦ»32, νά κρίνει καί νά ἀνακρίνει τά πάντα. Στήν κατάσταση αὐτή ὁ λόγος κουφίζεται ἀπό τά φυσικά του δεσμά, μεταχαλκεύεται στήν ποιότητα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, γίνεται «λόγος πίστεως», θεοποιούμενος στήν ἀκτῖνα τῆς ὑπέρτατης θείας δωρεᾶς. ῾Ο νοῦς ἐλλάμπεται τότε καί βλέπει μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς τό ἄκτιστο φῶς τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἀθέατο στούς φυσικούς τοῦ σώματος ὀφθαλμούς.
Καί δυό τελευταῖα λόγια ὅσον ἀφορᾶ στή σχέση τοῦ φυσικοῦ ἀνθρώπινου λόγου μέ τίς δογματικές τῆς πίστεως ἀλήθειες. Οἱ ἀλήθειες αὐτές στό διδακτικό ἔργο τῆς ᾿Εκκλησίας πρέπει νά λάβουν μορφήν «ἐπιστημονικήν», ὄχι βέβαια μέ τήν ἔννοια τῆς αὐστηρῆς ἐπιστημονικῆς ἀλήθειας, πού, ἀναφερόμενη στίς φυσικές ἀλήθειες, καμιά ἤ ἐλάχιστη θέση μπορεῖ νά ἔχει στόν ὑπερφυσικό λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μέ τήν ἔννοια μιᾶς συστηματικῆς καί λογικῶς διαρθρωμένης ἐκφορᾶς, ὥστε νά καταστεῖ εὐχερέστερη ἡ προσέγγισή τους ἀπό τῆς πλευρᾶς τοῦ πληρώματος τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Ο λόγος, δουλεύοντας πάντοτε στό ἔδαφος τῆς ἀποκαλυμμένης θείας ἀλήθειας, θά διαθέσει ὅλη τή γνωστική του δύναμη, ὅλο τό περιεχόμενο τῶν γνώσεών του, ὅλη τήν τεχνική τῆς ἐπιστημοσύνης του γιά νά μελετήσει τή φανερωμένη θείαν ἀλήθεια σ᾿ ὅλες τίς πτυχές τῆς οὐσίας της· θά μελετήσει τά δόγματα καί σάν σύνολο καί σάν ἐπί μέρους ἀλήθειες, θά συγκρίνει τίς μεταξύ τους σχέσεις καί θά μορφώσει μία κατά τό δυνατόν ἀπηκριβωμένη συνθετικήν εἰκόνα, ἡ ὁποία δέν θά ἐξηγεῖ μέν καί δέν θά κάνει ἀναγκαίως ἀποδεκτή τήν οὐσία τῶν δογμάτων, θά διευκολύνει ὅμως σημαντικῶς τήν πρόσληψή τους ἀπό τήν πιστεύουσα συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς ᾿Εκκλησίας. Παράλληλα, ἐπειδή οἱ δογματικές τῆς πίστεως ἀλήθειες ἀνέκαθεν ὑπῆρξαν ἀντικείμενο αἱρετικῆς στρεβλώσεως καί πλάνης, ἡ ᾿Εκκλησία ἔχει ὑποχρέωση νά ὑπερασπίζεται τά δόγματά της προσβαλλόμενα. Θά πράξει δέ τοῦτο ἀντιμετωπίζοντας τούς αἱρετικούς στό δικό τους ἔδαφος καί χρησιμοποιώντας τό θεολογικό ἐπιστημονικό λόγο της. Τό ἔργο αὐτό τόσο στή θετική ὅσο καί στήν ἀρνητική του ἀναφορά, βλέπουμε ἀποτυπούμενο στίς οἰκουμενικές συνόδους τῆς ᾿Εκκλησίας, πού σάν κύριο στόχο τους εἶχαν σέ πρῶτο πλάνο τήν ἀπόκρουση τῶν αἱρέσεων καί σέ δεύτερο τή θετική ἔκθεση τοῦ περιεχομένου τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Εἶναι ἐνδεικτικό ὅτι οἱ ἅγιοι συνοδικοί διά νά ἐπιτελέσουν τό ἔργο τους δέν στηρίζονταν μόνον στίς πηγές τῆς θείας ἀποκαλύψεως, ἀλλά προσέφευγαν καί στήν ἐπιστήμη τῆς ἐποχῆς (κυρίως τή φιλοσοφία, ἀπό τήν ὁποίαν ἔπαιρναν ἔννοιες, μορφές καί σχήματα λόγου διάφορα) καί χρησιμοποιοῦσαν καί λογικά ἐπιχειρήματα διά νά κατοχυρώσουν ὅσο μποροῦσαν τήν πίστη τους, ἀποκρούοντας τήν αἱρετική κακοδοξία καί στρέβλωση.
῾Ο ὀρθός λόγος, τέλος, στήν προσπάθειά του νά δικαιώσει τήν πίστη στήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, διατυπώνει καί διάφορους συλλογισμούς, μία σειρά λογικῶν ἐπιχειρημάτων, τά ὁποῖα φυσικά δέν ἔχουν ἀποδεικτικήν ἐπιστημονικήν ἰσχύ, ἀλλ᾿ εἶναι ἁπλοί λογικοφανεῖς συλλογισμοί, οἱ ὁποῖοι, ὑπάρχουσαν τήν πίστη στήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, τήν ἀποφαίνουν καί λογικῶς δυνατήν. Οἱ συλλογισμοί αὐτοί δέν εἶναι ἀποδείξεις, ἀλλ᾿ ἐνδείξεις περί τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ. Δέν καθιστοῦν τήν πίστη λογικῶς ἀναγκαίαν, ὅπως λογικά ἀναγκαῖες εἶναι γενικά οἱ ἐπιστημονικές ἀλήθειες. Εἶναι δεῖκτες μᾶλλον πορείας πού κατευθύνουν τόν καλοπροαίρετο μελετητή στό δρόμο συναντήσεως τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος σέ κάθε περίπτωση παραμένει ἐξωτερικά κρυμμένος καί ἀθέατος. Δέν ἀποδεικνύουν μέν τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, ἐμφαίνουν ὅμως αὐτήν καί λογικῶς δυνατήν ἤ τουλάχιστον ὄχι λογικῶς ἀπαράδεκτη. Εἶναι συνήθως σοφίσματα μέ περιορισμένην ἀποδεικτικήν ἰσχύ. Γι᾿ αὐτόν φυσικά πού πιστεύει στήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ καί τήν ζεῖ ἐνδόμυχα στήν ψυχή του, εἶναι συλλογισμοί περιττοί καί ἄχρηστοι· ὅπως περιττοί καί ἄχρηστοι εἶναι καί γιά τόν ἄπιστο, ὁ ὁποῖος, προκατειλημμένος στήν ψυχή του καί μή ἔχοντας καμιά ἐσωτερική ἐπαφή μέ τή δημιουργική τῶν πάντων ἀρχή, δέν πείθεται καί μέ τούς πιό ἰσχυρούς περί τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ συλλογισμούς καί μέ τά πλέον λογικοφανῆ ἐπιχειρήματα, μοιάζοντας μέ τόν τυφλό ἐκεῖνο πού κλεισμένος στό σύμφυτο σκοτάδι του, ἀρνεῖται πεισματικά τό φῶς. ᾿Αξίαν ἔχουν οἱ ἐνδείξεις μονάχα γιά κείνους πού ἔχουν ἀσθενῆ καί κυμαινόμενη τήν πίστη, οἱ ὁποῖοι, ἀκούοντες τά ἐπιχειρήματα αὐτά, εἶναι ἐνδεχόμενο νά σταθεροποιηθοῦν στήν πίστη τους ἤ καί νά ὀχυρωθοῦν ἐνάντια στίς ἐπιθέσεις τῆς ἀθεΐας καί τῆς ἀπιστίας.
Οἱ ἰσχυρότερες ἀπό τίς ἐνδείξεις περί τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ εἶναι δύο, ἡ κοσμολογική καί ἡ τελολογική (οἱ ἄλλες εἶναι· ἡ ἠθική, ἡ ἱστορική καί ἡ ὀντολογική). Καί οἱ δύο ἔχουν ὡς ἀφετερίαν τόν κόσμο, ἡ μέν κοσμολογική τήν ὑπόσταση γενικά τοῦ κόσμου ὡς δημιουργήματος, ἡ δέ τελολογική τήν ἁρμονική καί σκόπιμη συγκρότησή του. ῾Η παρατήρηση τῶν ὅσων συμβαίνουν στόν κόσμον ἔχει πείσει ὅτι τίποτε τυχαῖο καί ἀναίτιο δέν ὑπάρχει στή γένεση καί τή ζωή τῶν ὄντων. Κάθε τί πού ὑπάρχει, κάθε ζωντανό ὄν, εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς ἄλλης ἀρχῆς, ἡ ὁποία τό γέννησε καί τό παρήγαγε. ῾Ο νόμος τῆς αἰτιώδους συναφείας τῶν ὄντων (αἴτιον – αἰτιατόν) εἶναι καθολικός καί ἀπαράβατος. ῞Οποιος δέ ἰσχυριστεῖ τό ἀντίθετο, ὅτι δηλαδή ὑπάρχουν ὄντα εἴτε ἀδημιούργητα εἴτε αὐτοδημιούργητα, παραλογίζεται. ῎Αν ὅμως ὅλα τά ὄντα ἔχουν τή γενεσιουργό αἰτία τους ἔξω ἀπό αὐτά, χωρίς δέ αὐτήν δέν μποροῦν νά νοηθοῦν, πῶς εἶναι δυνατόν ὁ τεράστιος αὐτός κόσμος νά αἰωρεῖται ὀντολογικῶς στό κενό, νά βρέθηκε κατά τύχην στό εἶναι, νά εἶναι ἀδημιούργητος ἤ αὐτοδημιούργητος; Κανείς ὀρθοφρονῶν δέν θά υἱοθετοῦσε τέτοιους ἀλλόκοτους συλλογισμούς. ῾Ο κόσμος ὑπάρχει εἰς τό εἶναι, ἔχοντας πίσω του τήν ποιητικήν του ἀρχή, πού εἶναι ὁ παντοδύναμος Θεός. «Πᾶς οἶκος κατασκευάζεται ὑπό τινος, ὁ δέ τά πάντα κατασκευάσας Θεός»33, λέγει θεόπνευστα ὁ Παῦλος. ᾿Αφ᾿ ἑτέρου στήν ἀναζήτηση τῆς πρώτης ποιητικῆς ἀρχῆς ὁδηγεῖ καί ἡ τελολογική συγκρότηση τοῦ κόσμου. ῎Αν ἕνα ὁποιοδήποτε καλοδουλεμένο ἀντικείμενο (ἕνας οἶκος, μιά ναῦς, ἕνα βιβλίο) προϋποθέτει ἕνα δεξιοτέχνη καί σοφό κατασκευαστή, πῶς εἶναι δυνατόν ὁ κόσμος αὐτός στόν ὁποῖο ζοῦμε, μέ τήν καταπλήσσουσα ἀρχιτεκτόνηση, τή σκόπιμη διάρθρωση καί τή σοφή διάταξή του, μέ τήν ἄπειρη ποικιλία τῶν εἰδῶν καί τῶν μορφῶν του, μέ τήν ἔκπαγλη ὀμορφιά καί τό κάλλος του, τό περίκομψο στολίδι καί τό ποίκιλμα («κόσμος») πού κινεῖ τό θαυμασμό ὅλων μας, νά εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς τυφλῆς τύχης ἤ ἀνάγκης, χωρίς ποιητική ἀρχή καί χωρίς παντοδύναμο καί ἀπειροτέλειο δημιουργό; «῾Ως ἐμεγαλύνθη τά ἔργα σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας»34, ἀναφωνεῖ γεμάτος θαυμασμό ὁ ψαλμωδός!
᾿Από ὅσα ἕως τώρα εἴπαμε, κατανοοῦμε τήν ἔννοια τοῦ εἰσαγωγικοῦ ρήματος «πιστεύω», καθώς καί τήν ἰδιαίτερη πνευματική στάση αὐτοῦ πού ὁμολογεῖ τό Σύμβολο τῆς Πίστεως. ῾Ο πιστός πιστεύει στόν Θεό, δέν τόν γνωρίζει. Πιστεύει στίς θεῖες ἀλήθειες35, δέν τίς κατανοεῖ. Τίς ἔχει βαθιά κρυμμένες στήν καρδιά του, στήν ὁποίαν εἶναι «ἐγγύς» τό ρῆμα τῆς πίστεως36. Εἶναι ἀλήθειες μυστηριακές, ἀπόκρυφες. Στήν ἀμύητη διάνοια εἶναι φυσικό νά προσπίπτουν παράδοξες. ῾Ο ὀρθός λόγος, συνηθισμένος νά κρίνει τά πάντα μέ τά δικά του αὐστηρά κριτήρια –καί ἐπαιρόμενος γι᾿ αὐτό– δέν τίς κατανοεῖ, τίς παρέρχεται ἤ καί τίς περιφρονεῖ. ῾Η πίστη ὅμως εἶναι μέγεθος θεόληπτο πού ὑπερβαίνει τό λόγο. Δέν τόν καταργεῖ, δέν τόν περιφρονεῖ. ᾿Αντίθετα τόν ἀνακαινίζει καί τόν ἐξυψώνει. Τόν μεταποιεῖ στή δική της ποιότητα, τόν μετασχηματίζει στό δικό της μυστηριακό ρυθμό, τόν μεταμορφώνει στά πράγματα τοῦ οὐρανοῦ, τοῦ σταλάζει τή δροσιά τοῦ Πνεύματος, τόν κουφίζει ἀπό τά δεσμά πού τόν κρατοῦν χαμηλά, τόν ἀνεβάζει στό ὑπερβατικό καί ἀπόρρητο.
Η πίστη δίνει ὀμορφιά στό λόγο, τοῦ χαρίζει εὐκαμψία καί ἐλαστικότητα, τοῦ ἀνοίγει ὁρίζοντες, τοῦ δίνει φτερά πνευματικά. ῾Η πίστη θεοποιεῖ τό λόγο. ῾Ο θεοποιημένος λόγος εἶναι ἡ μεγαλύτερη καταξίωση τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ πού ἔχει μέσα του ὁ ἄνθρωπος. ᾿Αντίθετα, ὁ φυσικός λόγος, ὅταν δέν ἐμπνέεται ἀπό τήν πίστη καί δέν ζεῖ στή διάσταση τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, παρά τήν ἄλλη ἀξία πού ἔχει γιά τήν ἐπίγεια ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ὑπάρχουν στιγμές πού γίνεται πιεστικός, μονομερής καί μονόπλευρος, ἐγκλωβίζει τήν ὕπαρξη στά στεγανά του διαμερίσματα, φορτίζει τό πνεῦμα μέ ἀγωνία καί ἄγχος καί τό τυραννεῖ μπροστά σέ φλέγοντα ὑπαρξιακά προβλήματα, τά ὁποῖα ἀδυνατεῖ ὁ ἴδιος νά ἐξηγήσει ἤ νά ἐπιλύσει. ῞Οσο δέν μπορεῖ νά ζήσει ἡ κτίση χωρίς τόν Θεό, ἄλλο τόσο δέν μπορεῖ νά ζήσει καί ὁ λόγος χωρίς τό φωτισμό καί τή δύναμη τῆς πίστεως.
Οἱ δογματικές τῆς πίστεως ἀλήθειες εἶναι φορτισμένες μέ ἱεροπρέπεια πού ἁρμόζει στόν Θεό καί τά πράγματα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἀλήθειες ἱερές. ῾Ο πιστός τίς ἀγαπᾶ καί τίς σέβεται. Τίς κρύβει βαθιά στήν ψυχή του. Δέν τίς κοινοποιεῖ εὐκαίρως ἀκαίρως. ῞Οπως τούς ὑλικούς του θησαυρούς ὁ ἄνθρωπος τούς φυλάσσει σέ μέρη ἀπόκρυφα, ὥστε νά μήν εἶναι ἔκθετοι σέ κοινή θέα καί στήν ἐπιβουλή τῶν ἀνθρώπων, ἔτσι καί ὁ πιστός τά δόγματα τῆς πίστεώς του τά χώνει βαθιά στά ἀπόκρυφα ταμεῖα τῆς ψυχῆς του. Δέν τά κοινοποιεῖ στούς «χοίρους»37, οὔτε τά δίνει στούς κύνες (μεταφορικά οἱ ἀκάθαρτοι, οἱ σκληροί καί οἱ πωρωμένοι ἄνθρωποι), γιατί ὑπάρχει κίνδυνος νά διασυρθοῦν ἀπό τούς ἀνθρώπους αὐτούς καί νά ποδοπατηθοῦν καί παράλληλα νά ἐκτεθοῦν σέ κίνδυνο κακοποιήσεως αὐτοί πού τίς πιστεύουν καί κάνουν λόγο γι᾿ αὐτές
Τά δόγματα τῆς πίστεως οἱ ἐνσυνείδητοι χριστιανοί τά δέχονται ἀπολυπραγμόνητα, μέ ταπείνωση καί ἀφελότητα καρδίας. Δέν ἀναλύονται σέ ἀτέρμονες σχολαστικές καί ἄκαρπες συζητήσεις γύρω ἀπό αὐτά, ὅπως οἱ Φαρισαῖοι παλαιά ἀνελύοντο σέ ἀτελεύτητες ἔριδες καί μάχες νομικές39 (γύρω ἀπό τά ζητήματα τοῦ μωσαϊκοῦ Νόμου), μέ ἀποτέλεσμα νά ἐπιφέρουν σύγχυση καί νά βλάπτουν τά μέλη τῆς ἰουδαϊκῆς συναγωγῆς. ᾿Ανακύπτει ὅμως τό ἐρώτημα· δέν πρέπει νά συζητᾶ ὁ πιστός τά δόγματα τῆς πίστεώς του; ᾿Ασφαλῶς καί πρέπει, γιατί ὡς γνωστικό ὑποκείμενο δέν μπορεῖ νά ἀποφύγει τή συζήτηση –ἔτσι ἄλλωστε εἶναι πλασμένος ἀπό τόν Θεό– καί παράλληλα θά παραστεῖ ἀνάγκη νά τίς ἀναπτύξει στό κατηχητικό ἔργο τῆς ᾿Εκκλησίας καί νά τίς δικαιώσει κατά τῆς ἐπιθέσεως τῶν αἱρετικῶν καί τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως γενικότερα. Τό ἔργο αὐτό φυσικά προϋποθέτει μελέτη καί ἔρευνα, αὐτό δέ ἀποτελεῖ καί τό ἀντικείμενο τῆς ἐπιστήμης τῶν Δογμάτων, πού εἶναι ἡ σπονδυλική στήλη τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας. ῾Η ἔρευνα δέν ἀπαγορεύεται στό γνωστικό πεδίο τῆς πίστεως, οὔτε ὅμως καί ἐπιτρέπεται ἀδεῶς, χωρίς ὅρους καί προϋποθέσεις. Τό «πίστευε καί μή ἐρεύνα», ὅσο καί τό ἀντίθετό του «ἐρεύνα καί πίστευε», ἐκφράζοντα μονομερῶς τήν ἀλήθεια, καί ἐπιτρέπονται καί ἀπαγορεύονται, ἀνάλογα μέ τή φύση τῆς ἔρευνας πού διεξάγεται γύρω ἀπό τίς ἀλήθειες τῆς πίστεως. ῾Ο ὀρθός λόγος θά μελετήσει τά δογματικά ζητήματα μέχρις ἑνός ὅμως ὁρίου, ὡς ἐκεῖ πού φτάνει ἡ φυσική του ἀντοχή. ῞Οταν ἐξαντλήσει τό ὅριο αὐτό, θά παύσει νά ἐρευνᾶ αὐτό πού ὑπερβαίνει τή δυνατότητά του, τό ἄρρητο μυστήριο τοῦ Θεοῦ40. Θά παύσει δέ νά ἐρευνᾶ, ὄχι γιατί δέν θέλει, ἀλλά γιατί δέν ἀντέχει στό ἄνισο ἐγχείρημα, παραδίδοντας τή σκυτάλη στήν πίστη γιά νά συνεχίσει ἐκείνη τήν ὑψοποιό ἀνάβαση. ῾Η πίστη ἀφ᾿ ἑτέρου δέν θά ἀποσκυβαλίσει τήν ἔρευνα. Δέν ἔχει τό δικαίωμα νά ἐξοστρακίσει τή γνωστική ἱκανότητα καί τήν ἔφεση πρός ἔρευνα πού εἶναι κινήσεις ἔμφυτες στόν ἄνθρωπο. Ποιάν ὅμως ἔρευνα θά ἐπιτρέψει; Τήν ἔρευνα φυσικά πού ἁρμόζει στό ἀντικείμενό της. Τό «ἐρευνᾶτε τάς Γραφάς»41 πού εἶπε γιά τήν περίπτωση ὁ Κύριος, ἐκφράζει ἀξιωματικά τήν ἀλήθεια τοῦ πράγματος. ῾Ο πιστός πρέπει νά ἐρευνᾶ ὅ,τι ἀπεκάλυψεν ὁ Θεός καί εἶναι ταμιευμένο στίς ἅγιες Γραφές καί γενικότερα στίς πηγές τῆς πίστεώς του. Μέ τόν τρόπον αὐτό θά πληροφορηθεῖ αὐθεντικῶς γι᾿ αὐτό πού πρέπει νά δέχεται καί γι᾿ αὐτό πού πρέπει ν᾿ ἀπορρίπτει· θά μορφώσει ἀκριβῆ εἰκόνα τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεώς του· θά γίνει ἐνσυνείδητος πιστός καί μέ τό ζωοποιό πνεῦμα τῶν Γραφῶν θά μορφώσει τόν Χριστό μέσα του, ὡριμάζοντας στά μέτρα τῆς πνευματικῆς του τελειώσεως. ῾Οποιαδήποτε ἄλλη ἔρευνα πού προέρχεται ἀπό ἁπλή περιέργεια, ἀπό πεῖσμα καί συζητητική διάθεση καί πού δέν συμβάλλεται στήν πνευματική πρόοδο τοῦ ἐρευνῶντος ὑποκειμένου καί ζημιώνει τήν ἀρετή του, ἡ πίστη τήν καταδικάζει.
Τά δόγματα, ὡς αὐθεντική συμπερίληψη τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως, εἶναι βιώματα θεόληπτα στήν πιστεύουσα ψυχή. Δέν εἶναι ἁπλές διανοητικές προτάσεις καί κατασκευάσματα ἐγκεφαλικά. ῾Ο πιστός ζεῖ τή θεία ἀλήθεια σέ ὅλες τίς πτυχές τῆς ὑπάρξεώς του. Γνωρίζει μορφολογικά τό περιεχόμενό της καί βιώνει χαρισματικά τήν οὐσία της στά ἄδυτα τῆς καρδίας του. Εἶναι ὁ ἀνεκτίμητος θησαυρός του, τό «ἕν οὗτινος ἐστι χρεία»42. Τό θησαυρό του δέ αὐτό, ἄν καί τόν ἔχει σέ σκεύη ὀστράκινα43, τόν ἀγαπᾶ καί τόν ὑπερασπίζεται, ὅταν αὐτός κινδυνεύει. ῾Η ᾿Ορθ. Καθολική ᾿Εκκλησία ὑπῆρξε πάντοτε εὐαίσθητη στό σημεῖο αὐτό. Ζώντας ὑπαρξιακά τή γνησιότητα τοῦ δόγματός της καί ἀπαλλαγμένη ἀπό τό στεῖρο πνεῦμα τοῦ ὀρθολογισμοῦ καί τοῦ φιλελεύθερου ὑποκειμενισμοῦ πού μαστίζει συμπαγεῖς μάζες τοῦ δυτικοῦ χριστιανισμοῦ, εἶδε στό δόγμα της τήν πεμπτουσία τῆς ἀλήθειάς της καί τήν κεντρική στιγμή τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου της. Μέ αὐτό τό πνεῦμα βαθιά χαραγμένο στήν οὐσία της, δέν δίστασε νά καταπολεμήσει σθεναρῶς τίς ποικιλώνυμες αἱρέσεις, πού δέν διέστρεφαν ἁπλῶς τήν ἀλήθειά της, ἀλλ᾿ ἔθεταν σέ κίνδυνο καί τό λυτρωτικό ἔργο της. ῾Η αἵρεση γι᾿ αὐτήν ἰσοδυναμεῖ μέ πνευματικό θάνατο, μέ ἀναίρεση τοῦ σκοποῦ καί τῆς ὑπάρξεώς της. ῾Η ᾿Ορθοδοξία, ὅπως καί ὁ ὅρος φανερώνει, εἶναι ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ ὀρθοῦ δόγματος καί κατ᾿ ἐπέκταση τοῦ γνησίου πνεύματος τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπως τό βίωσε ἀπ᾿ ἀρχῆς τό ἀρχαιοπαράδοτο ἦθος της. Εἶναι ᾿Ορθοδοξία καί ὀρθοπραξία.

«Εἰς ἕνα Θεόν».
῾Η πίστη εἰς ἕνα Θεό ἀποτελεῖ στοιχεῖο πρωταρχικό τῆς ἀληθινῆς θρησκείας. ῾Ο Χριστιανισμός εἶναι ἡ κατ᾿ ἐξοχήν μονοθεϊστική θρησκεία. Πιστεύει εἰς ἕνα καί μόνον Θεό, ὁ ῾Οποῖος τό δήλωσε πανηγυρικά στό Σινᾶ, κατά τή θεία του φανέρωση· «᾿Εγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου… οὐκ ἔσονταί σοι θεοί ἕτεροι πλήν ἐμοῦ»44. Τήν πρώτη καί μεγάλη αὐτή ἐντολή τή ζήτησε ἐπίμονα ἀπό τό λαό του. Δέν ἀνέχτηκε δίπλα του ἄλλους θεούς. ῾Η δέ τιμωρία του ἦταν πάντοτε ἄμεση, ὅσες φορές ὁ λαός, παρασυρόμενος ἀπό τούς γύρω εἰδωλολατρικούς λαούς, ἔπεφτε στήν εἰδωλολατρία, ἐγκαταλείποντας τόν Θεό τῶν πατέρων του.
῾Η πολυθεΐα εἶναι ψεῦδος. ῏Ηταν ὁ πικρός καρπός τῆς ἀρχαίας παρακοῆς, ἡ παραπλάνηση τοῦ πλάσματος, ὁ σκοτισμός τοῦ νοῦ καί ἡ διαστροφή τῆς καρδίας του. ᾿Εγκαταλείποντας τόν ἀληθινό Θεό ὁ ἄνθρωπος καί στήν προσπάθειά του ν᾿ ἀναπληρώσει τό κενό πού δημιουργοῦσε στήν ὕπαρξή του, στρεφόταν πρός τά κτίσματα, τίς δυνάμεις καί τά φαινόμενα τῆς φύσεως, τά ὁποῖα θεοποιοῦσε καί λάτρευε, πέφτοντας σέ μιά φοβερή ἀντινομία, σέ μιά ἀναλήθεια, πού σάν συνέπειά της εἶχε τήν καθολική φθορά τῆς φύσεως καί τήν ὑποδούλωσή της στόν εἰσηγητή τοῦ ψεύδους διάβολο. ῾Η εἰδωλολατρία, ὡς ἀναίρεση τῆς ἀληθινῆς θρησκείας, ὡς ψεύτισμα καί ἀντιστροφή τῆς σχέσεως τοῦ πλάσματος πρός τόν Πλάστη του, εἶναι τό κορυφαῖο ἁμάρτημα.
῾Η εἰδωλολατρία μπορεῖ νά προσλάβει ποικίλες μορφές, ἀπό τή χονδροειδῆ θεοποίηση φυσικῶν δυνάμεων καί κτισμάτων, μέχρι τό στήσιμο καί τή λατρεία ἄλλων εἰδώλων πλέον ἐκλεπτυσμένων, τῆς ἐπιστήμης, τῆς τέχνης, τῶν πολιτικῶν καί κοινωνικῶν συστημάτων καί ἄλλων ἀξιῶν τῆς ζωῆς, τοῦ χρήματος (μαμωνᾶ), τῶν ἀξιωμάτων, τοῦ κάλλους, τῆς ἡδονῆς κ.τ.ὅ. ῞Οταν σ᾿ αὐτά προσκολλᾶται ἀποκλειστικά καί μέ πάθος ἡ ψυχή, περιπίπτει σέ εἰδωλολατρία, λατρεύοντας οὐσιαστικά ἀξίες ἐγκόσμιες, πού εἶναι μέν καλές στό μέτρο πού ὑπηρετοῦν τόν ἄνθρωπο καί ὡραΐζουν τή ζωή του, τόν τυραννοῦν ὅμως καί τόν ἐξευτελίζουν, ὁσάκις ἀντικαθιστοῦν στήν ψυχή του τόν ἀληθινό Θεό καί τή λατρεία πού ὀφείλεται σ᾿ αὐτόν.
῾Η πίστη σέ πολλούς θεούς ἀποτελεῖ ἀναίρεση τῆς ἰδέας τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος νοεῖται ὡς τό ἀεικίνητο, ἀπειροτέλειο καί ἀπόλυτο ὄν, τό ὁποῖον ἐπιβλέπει, κατευθύνει καί διοικεῖ τά πάντα, τά ὁποῖα τό ἴδιο ἀπειροδυνάμως ἔπλασε. ῾Η ἀπειροτέλεια τοῦ ὑψίστου ὄντος προϋποθέτει τή μοναδικότητα τῆς φύσεώς του. Τό ἀπόλυτο ὄν δέν μπορεῖ νά ἔχει δίπλα του ἄλλα ὄντα συναΐδια καί διαιωνίζοντα, γιατί κάτι τέτοιο θά περιόριζε τήν ἀπολυτότητά του. ῾Ο Θεός ἀπό τή φύση του πρέπει νά εἶναι ἕνας, ἀπόλυτος κύριος τοῦ παντός, ἀρχή δεσπόζουσα τῶν πάντων. Δέν μποροῦν νά ὑπάρχουν ταυτόχρονα πολλοί θεοί, πολλές ἀΐδιες ἀρχές, γιατί μοιραῖα ἡ μία θά περιόριζε τήν ἄλλη καί θά φθειρόταν ἡ μοναδικότητα τοῦ Θεοῦ καί ἡ κυριαρχική πάνω στά ὄντα ἐξουσία του. ῎Η, λοιπόν, θά εἶναι ἕνας ὁ Θεός ἤ πολλοί. Καί τά δύο μαζί δέν μποροῦν νά συνυπάρχουν. Γι᾿ αὐτό καί τά πάσης φύσεως δυιστικά συστήματα, αὐτά πού ἀποδέχονται τήν ἀΐδια ὕπαρξη δύο ἀρχῶν, δύο θεῶν, ἑνός ἀγαθοῦ καί ἑνός κακοῦ, εὑρισκομένων σέ ἀΐδια ἀντίθεση καί πάλη μεταξύ τους (βασίλειο φωτός – βασίλειο σκότους), ἀποτελοῦν ἰδέαν ἀποκρουστική στήν ὀρθόδοξη θεολογία, πού φθείρει τό χαρακτήρα τοῦ Χριστιανισμοῦ ὡς τῆς μόνης ἀληθινῆς μονοθεϊστικῆς θρησκείας.
῾Ο Θεός τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι ἡ ἀΐδια καί ἀπόλυτη τῶν πάντων ἀρχή, χωρίς σχετικότητες καί περιορισμούς, στήν ὁποία κορυφώνεται κάθε ἰδέα ἀγαθοῦ καί κάθε ἀρετῆς. ᾿Απ᾿ αὐτόν προέρχονται καί σ᾿ αὐτόν καταλήγουν τά πάντα. Δέν περιορίζεται στό χῶρο, χωρίς ὡστόσο ν᾿ ἀπουσιάζει ἀπό τά κτιστά ὄντα. ῎Αν ἀπουσίαζε, αὐτό θά περιόριζε τήν ἄπειρη φύση του. Βρίσκεται πανταχοῦ καί πληροῖ τά πάντα45, ἐνῶ συγχρόνως ἐκτείνεται (ἀνθρωποπαθής ἡ ἔκφραση) καί πέρα τῶν φυσικῶν κτισμάτων. ᾿Επίσης δέν περιορίζεται στό χρόνο, ἀφοῦ καί αὐτός –ὅπως καί ὁ χῶρος– ὡς μέτρο κινήσεως καί προσδιορισμοῦ τῶν ὄντων, προέρχεται ἀπό τόν Θεό. ῾Ο Θεός εἶναι αἰώνιος, ἀΐδιος καί ἀναλλοίωτος. Δέν ἔχει χρονική ἀνέλιξη, ἀλλά μένει «ὁ αὐτός εἰς τόν αἰῶνα», ἀκίνητος καί ἀμετάβλητος ἐν μέσῳ τῆς ἀέναης ροῆς τῶν φυσικῶν κτισμάτων46. Εἶναι δέ καί παντοδύναμος47. ῾Η δύναμή του δέν ἔχει περιορισμούς. Δύναται τά πάντα. Μονάχα ἡ θέλησή του μπορεῖ νά περιορίσει τήν παντοδυναμία του, καθορίζουσα τά λογικά καί ἠθικά ὅρια, τά ὁποῖα δέν μπορεῖ νά ὑπερβεῖ ἡ δύναμή του. Μέ ἄλλα λόγια ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι δύναμη ἀλόγιστη καί τυφλή. ῾Ο Θεός δέν μπορεῖ νά πράξει τό λογικῶς ἀδύνατον (τό παράλογο) καί τό ἠθικῶς ἀνεπίτρεπτο (τό κακό), ἁπλούστατα γιατί δέν θέλει. Δέν μπορεῖ νά συμπεριφερθεῖ ἀνοίκεια καί παράλογα, νά πράξει τήν ἁμαρτία, γιατί αὐτό θ᾿ ἀποτελοῦσε ἀναίρεση τῆς ἁγιότητός του, ἀναίρεση αὐτῆς τῆς φύσεώς του. ῾Ο περιορισμός φυσικά αὐτός δέν εἶναι σημεῖο ἀδυναμίας, ἀλλ᾿ ἀντίθετα ἔνδειξη μεγάλης δυνάμεως, δεδομένου ὅτι ἡ ἁμαρτία γενικά δέν εἶναι δύναμη, ἀλλά ἀδυναμία48. Στήν ἔννοιαν ἀφ᾿ ἑτέρου τοῦ Θεοῦ πληροῦται κάθε ἔννοια λογικότητος καί ἠθικότητος. ῾Ο Θεός εἶναι ὁ ἄπειρος καί ὑπερτέλειος Νοῦς, ὁ ἀπόλυτος Λόγος, ἀπό τόν ὁποῖο προέρχεται κάθε ἄλλη κτιστή νοητότητα καί λογικότητα. ῾Η γνωστική του δύναμη εἶναι ἄπειρη καί ἀνεξάντλητη. Γνωρίζει τά πάντα, τά φυσικά γεγονότα, τίς ἐνθυμήσεις καί τίς ἐλεύθερες ἐνέργειες τῶν ἀνθρώπων. Γνωρίζει ἄμεσα, μέ μιά ἁπλή ἐνόραση, ὅσα ἔγιναν, ὅσα γίνονται καί ὅσα πρόκειται νά γίνουν. Προγνωρίζει δέ καί ὅ,τι μέλλει νά συμβεῖ, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι μέ τήν πρόγνωσή του προσδιορίζεται ἑτεραρχικά ἡ ἐλευθέρα βούληση τῶν λογικῶν ὄντων49. Παρελθόν, παρόν καί μέλλον ἐκτυλίσσονται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ σάν μιά ἑνιαία στιγμή, χωρίς ἡ ἐξέλιξη αὐτή νά προσδιορίζει σέ χρονικές κατηγορίες τό γνωστικό ἀντικείμενο τοῦ θείου Νοῦ. ῾Ο Θεός, παράλληλα, ὡς ἀπειροτέλειος Νοῦς εἶναι καί πάνσοφος. ῾Η θεία πανσοφία του εἶναι διάχυτη στό πεδίο τῆς φυσικῆς δημιουργίας, ὅπου τά πάντα εἶναι διαρθρωμένα κατά τρόπον, ὥστε ν᾿ ἀποτελοῦν ἕνα παναρμόνιο ὅλο, ἕνα σύστημα σκόπιμα διατεταγμένο, γεμάτο δυνάμεις καί σκοπούς, τό ὁποῖο κινεῖ τό θαυμασμό γιά τήν ὀμορφιά, τήν τελολογική διάρθρωση καί τό ἁρμονικό κάλλος του50. Στόν Θεό, τέλος, πληροῦται καί κάθε ἔννοια ἀγαθότητος. ῾Ο Θεός εἶναι ἅγιος51. Στή θεία φύση του κανένα ἴχνος ἠθικοῦ κακοῦ δέν μπορεῖ νά ὑπεισέλθει. Εἶναι δέ ἡ πηγή καί κάθε ἄλλης σχετικῆς ἁγιότητος. ᾿Απ᾿ αὐτόν προέρχεται καί σ᾿ αὐτόν πληροῦται κάθε ἰδέα ἀρετῆς καί ἀγαθοῦ. ῾Η ἠθική διάταξη τοῦ σύμπαντος προέρχεται ἀπό τήν ἅγια βούλησή του, ὅπως προέρχονται ὁ ἠθικός νόμος καί ἡ ἠθική συνείδηση πού εἶναι χαραγμένες στίς ἐλεύθερες λογικές φύσεις. ῾Ως ἅγιος ὁ Θεός εἶναι καί φρουρός τῆς ἠθικῆς τάξεως τοῦ κόσμου. ᾿Αποστρέφεται κάθε ἀνομία καί τιμωρεῖ κάθε παράβαση τοῦ ἠθικοῦ νόμου, κάθε ἁμαρτία. Αὐτό εἶναι τό ἰδιαίτερο ἔργο τῆς θείας δικαιοσύνης. Γιατί ὁ Θεός εἶναι δίκαιος52. ῾Η δικαιοσύνη του ἐκδηλώνεται πολυειδῶς στίς σχέσεις του μέ τά λογικά ὄντα πού ἔπλασε. ῎Ετσι, ἀμείβει μέν τούς δικαίους, τιμωρεῖ δέ –ὄχι πάντοτε ἐμφανῶς– στήν παροῦσα ζωή τίς παραβάσεις τοῦ ἠθικοῦ νόμου του. ῾Οπωσδήποτε ὅμως μετά θάνατον (κατά τήν καθολική κρίση) ἡ θεία δικαιοσύνη θά κρίνει τελεσίδηκα καί θά τιμωρήσει κάθε ἀμετανόητη σκλήρυνση καί πώρωση τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς στό ἠθικό κακό καί τήν παρανομία. ῾Ο Θεός, τέλος, εἶναι πανάγαθος. ῾Η ἀγάπη συμπίπτει μέ τή φύση του. ῾Η θεία φύση εἶναι κοινωνική καί μεταδοτική. Στή μεταφυσική Τριάδα ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ σύνδεσμος ὁ συνάπτων τίς τριαδικές ὑποστάσεις.
Τά θεῖα πρόσωπα κοινωνοῦν μεταξύ τους ἐν ἀγάπῃ. Τό ἕνα περιχωρεῖ τά ἄλλα σέ μιά ἀμοιβαία σχέση καθαρά ἀγαπητική, πού χαλκεύει τήν τριαδική ἑνότητα, τήν ὑποστατική διάκριση στή μεταφυσική ἑνότητα τῆς ἄπειρης οὐσίας τοῦ Θεοῦ. ᾿Εξωτερικά ἡ θεία ἀγάπη ἐκφράζεται στή σχέση τῆς ὑπερβατικῆς Τριάδος μέ τά φυσικά κτίσματα. Αὐτό γίνεται στή θεία ἐνέργεια πού εἶναι κοινωνητή καί μεταδοτική. ῾Η θεία ἐνέργεια ἀποτελεῖ τό ὀντολογικό θεμέλιο τῶν κτιστῶν φύσεων. ῾Ο Θεός δημιουργεῖ ἀπό ἀγάπη, ἡ ὁποία εἶναι ὁ συνεκτικός σύνδεσμος τῆς φυσικῆς πλάσεως. ῾Η ἀγάπη ὅμως εἶναι καί τό τελολογικό θεμέλιο τῶν ὄντων, πού εἶναι πλασμένα νά μετέχουν στή μακαριότητα τῆς θείας ζωῆς. Παράλληλα ὁ Θεός ἀπό ἀγάπη προνοεῖ γιά τή συντήρηση καί διακυβέρνηση τῶν ὄντων, καί ἀπό ἄκρα φιλανθρωπία θέλει καί ἐνεργεῖ τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. ῾Ο Θεός εἶναι ἀγάπη53. Στήν ἀκτῖνα τῆς ἀγαπητικῆς θείας ἐνέργειας λαμβάνει τό εἶναι του ὁ κόσμος, συντηρεῖται καί ἐξελίσσεται ἡ κτίση καί ἡ ἀνθρωπότητα ἐλευθερώνεται ἀπό τό δεσμό τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ αἰώνιου πνευματικοῦ θανάτου.
῾Ο Θεός τῆς χριστιανικῆς πίστεως εἶναι τριαδικός, πολυδύναμος καί πολυενεργός, διαστελλόμενος ἀπό τήν «πενία» θεότητος τοῦ ᾿Ιουδαϊσμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται ὁποιαδήποτε προσωπικήν ἤ ἄλλη διάκριση στήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, καθώς καί τό «δῆμο θεοτήτων» τοῦ ἀρχαίου εἰδωλολατρισμοῦ54, στόν ὁποῖον ἡ ἰδέα τῆς θείας ἑνότητος ἦταν ἀνήκουστη.
Γύρω ἀπό τήν περί ἁγίας Τριάδος διδασκαλία τῆς ᾿Εκκλησίας διεξήχθησαν ἀπό πολύ νωρίς σκληροί καί πολυχρόνιοι ἀγῶνες μεταξύ αἱρετικῶν καί ὀρθοδόξων. ῾Ο ἀνθρώπινος νοῦς εἶναι δύσκολο νά συμβιβάσει τήν ἑνότητα τῆς θείας οὐσίας μέ τήν Τριαδικότητα τῶν προσώπων, καθώς καί τήν πολλότητα τῶν θείων ἐνεργειῶν στή θεότητα. Πῶς εἶναι δυνατόν νά εἶναι ὁ Θεός ἕνας καί συγχρόνως Τριαδικός καί πολυδύναμος; ῾Η τριαδικότητα τῶν προσώπων καί τό πλῆθος τῶν θείων ἐνεργειῶν δέν ἀναιροῦν τήν ἑνότητα καί τήν ἁπλότητα τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ; Καί ἡ ἑνότητα πάλι δέν ἀντιτίθεται στήν ταυτόχρονη ὕπαρξη πλήθους ὑποστάσεων καί ἐνεργειῶν; Τά ἐρωτήματα αὐτά εἶναι πολύ κρίσιμα καί ἡ προσέγγισή τους μέ τό γυμνό λόγο εἶναι ἀδύνατη, δημιουργοῦσα πολλά δύσκολα καί ἀκανθώδη προβλήματα.
Στή θεολογία τῆς ἀρχαίας ᾿Εκκλησίας ὁρισμένοι χριστιανικοί κύκλοι, προασπιζόμενοι τήν ἑνότητα τοῦ χριστιανικοῦ Θεοῦ, ἐθυσίαζαν τίς ὑποστατικές διακρίσεις στή θεότητα. Οἱ τριαδικές ὑποστάσεις –ἔλεγαν– δέν εἶναι πραγματικές προσωπικές διακρίσεις στόν ἕνα Θεό, ἀλλά δυνάμεις ἤ τρόποι (δυναμικός55 ἤ τροπικός μοναρχιανισμός). Δέν εἶναι δέ πραγματικές διακρίσεις, γιατί κάτι τέτοιο θά ἐπέφερε σύνθεση στήν ἁπλή φύση τοῦ Θεοῦ καί θά κατέστρεφε τήν ἑνότητά του. Στό μῆκος τῆς σκέψεως αὐτῆς τοποθετούμενος καί ὁ Σαβέλλιος ἐδίδασκεν ὅτι οἱ ὑποστάσεις στόν Θεό δέν εἶναι ἴδια ἐνυπόστατα πρόσωπα, ἀλλ᾿ ἐξωτερικά προσωπεῖα, τά ὁποῖα χρησιμοποιεῖ ὁ Θεός κατά τίς ἐξωτερικές σχέσεις καί τή φανέρωσή του στόν κόσμο. ᾿Αφ᾿ ἑτέρου ὁ τονισμός τῆς πραγματικότητος τῶν τριαδικῶν ὑποστάσεων εἰς βάρος τῆς ἑνότητος τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, ὁδηγοῦσε στόν τριθεϊσμό. Οἱ ἀκραῖες αὐτές τοποθετήσεις, ἀποτέλεσμα τῆς προσπάθειας τοῦ λόγου νά λύσει τό ἄρρητο τριαδικό μυστήριο ἔξω ἀπό τά πλαίσια τῆς παραδεδομένης πίστεως καί μέ τή βοήθεια τῆς κοσμικῆς φιλοσοφίας, ὁδηγοῦσαν στήν αἱρετική κακοποίηση τῆς πίστεως, εἶναι δέ γνωστόν ἀπό τήν ῾Ιστορία τῶν Δογμάτων πόσον ἀκριβά κόστισαν στήν ᾿Εκκλησία οἱ ἀρχαῖες ἀντιτριαδικές αἱρέσεις.
Κατά τήν περίοδο τῶν χριστολογικῶν αἱρέσεων τό πρόβλημα ἔλαβε ἀντίστροφη μορφή. ᾿Εδῶ ἡ δυσκολία ἔγκειτο στό συμβιβασμό τῆς μιᾶς ὑποστάσεως (προσώπου) τοῦ Χριστοῦ μέ τίς δύο πλήρεις καί ἀκέραιες φύσεις του. ᾿Εφ᾿ ὅσον ὁμολογοῦμεν ἕνα Κύριον ᾿Ιησοῦν Χριστόν, πῶς εἶναι δυνατόν νά ὑπάρχουν σ᾿ αὐτόν δύο διαφορετικές φύσεις (θεία καί ἀνθρώπινη), χωρίς νά καταστρέφεται ἡ ἑνότητα τοῦ προσώπου του; Περισσότερα ὅμως περί τοῦ ζητήματος αὐτοῦ στό οἰκεῖο μέρος τῆς παρούσης ἐργασίας μας.
Κατά τήν περίοδο, τέλος, τῶν ἡσυχαστικῶν ἐρίδων57 (ιδ´ αἰών) τέθηκε τό πρόβλημα ὑπάρξεως θείων ἐνεργειῶν στόν Τριαδικό Θεό. ῾Η διαμάχη διεξαγόταν μεταξύ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ (ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης) καί τοῦ ἐκ Καλαβρίας τῆς ᾿Ιταλίας μοναχοῦ Βαρλαάμ. ῾Ο τελευταῖος, ρωμαιοκαθολικός στή σκέψη, δέν μποροῦσε νά κατανοήσει τήν ὕπαρξη θείων ἐνεργειῶν στήν οὐσία τοῦ Θεοῦ. Κάτι τέτοιο κατέστρεφε, κατ᾿ αὐτόν, τήν ἑνότητα τῆς θείας οὐσίας, ἐπιφέροντας σύνθεση στήν ἁπλότητα αὐτῆς. ᾿Ισχυρίζετο δέ, ὅτι τό Θαβώριο φῶς καί ἡ θεία χάρη γενικότερα ἦσαν μεγέθη κτιστά. Μετά ἀπό μακρές καί πολυχρόνιες συζητήσεις καί ἔριδες ἡ ᾿Εκκλησία ἐδικαίωσε τίς ἀπόψεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, καταδικάσασα ὡς αἱρετικές τίς ἀντιλήψεις τοῦ ἀντιπάλου του.
Ποιά ὅμως εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς ᾿Εκκλησίας στά ζητήματα αὐτά;
Κατά τήν ὀρθόδοξη πίστη ὁ Θεός εἶναι ῞Ενας καί Τριαδικός· Πατήρ, Υἱός καί Πνεῦμα ἅγιον. ῾Η ἑνότητα τῆς οὐσίας δέν παραβλάπτει τίς τριαδικές ὑποστάσεις οὔτε καί ἡ τριαδικότητα τῶν ὑποστάσεων ζημιώνει τήν ἑνότητα τῆς οὐσίας. ῎Ετσι ὁ Θεός παραμένει ἕνας (ἐναντίον τοῦ τριθεϊσμοῦ καί τῆς πολυθεΐας) καί συνυπάρχουν σ᾿ αὐτόν τρεῖς ὑποστάσεις, εἶναι δηλαδή Θεός προσωπικός (ἐναντίον μιᾶς ξηρῆς καί ἄγονης ἰδέας περί τῆς ἑνότητος τῆς θείας οὐσίας). ῾Η ὕπαρξη ὑποστάσεων στήν Τριάδα εἶναι διάκριση θεοπρεπής. Οἱ ὑποστάσεις δέν εἶναι κέντρα τοπικά στά ὁποῖα νά ἐπιμερίζεται ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ καί ἔτσι νά καταστρέφεται ἡ ἁπλότητά της καί νά δημιουργοῦνται τρεῖς ἐπί μέρους θεοί. ᾿Αλλ᾿ εἶναι τρόποι τῆς ἀϊδίου ὑπάρξεως τοῦ ἑνός Θεοῦ, στούς ὁποίους ἀφ᾿ ἑνός μέν συνάπτεται, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ διακρίνεται ἡ θεότης. Τά πρόσωπα δέν εἶναι ἁπλά προσωπεῖα –ὅπως φλυαροῦσε ὁ Σαβέλλιος– ἀλλά πραγματικές διακρίσεις στόν Θεό. Κάθε πρόσωπον εἶναι πλήρης φορέας ὁλόκληρης τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, ὥστε μόνον ἕνας Θεός νά ὑπάρχει. Οἱ ὑποστάσεις ἀφ᾿ ἑτέρου εἶναι διακρίσεις ἀσύγχυτες μεταξύ τους. ᾿Ενῶ τίς ἑνώνει ἡ μία οὐσία, τίς διακρίνουν τά ὑποστατικά ἰδιώματα, τά ὁποῖα εἶναι αὐστηρῶς προσωπικά, ἀκοινώνητα καί ἀμετάδοτα. Εἶναι δέ αὐτά· τό ἄναρχο καί ἀγέννητο διά τόν Πατέρα, τό γεννητό διά τόν Υἱόν καί τό ἐκπορευτό διά τό Πνεῦμα τό ἅγιον. ῾Ο Πατήρ εἶναι ἡ πηγαία θεότης. Εἶναι ἄναρχος καί αὐθυπόστατος καί πηγή τοῦ εἶναι τῶν δύο ἄλλων προσώπων. ῾Ο Υἱός γεννᾶται ἀπό τόν Πατέρα. Εἶναι ἄναρχος μέ τή χρονική ἔννοια τῆς ἀρχῆς, ὄχι ὅμως καί μέ τήν ἔννοια τῆς προελεύσεως, γιατί προέρχεται (γεννᾶται) ἀπό τόν Πατέρα. Τό δέ Πνεῦμα τό ἅγιον ἐκπορεύεται ὁμοίως ἀπό τόν Πατέρα. Εἶναι καί αὐτό ἄναρχο μέ τή χρονική ἔννοια τῆς ἀρχῆς, ὄχι ὅμως καί μέ τήν ἔννοια τῆς προελεύσεως. Οἱ σχέσεις αὐτές τῶν προσώπων εἶναι σχέσεις ἀΐδιες, πέρα δηλαδή ἀπό τό χρόνο, πού δέν μετράει στή θεότητα.
Στόν Τριαδικό Θεό ἐκτός ἀπό τίς ὑποστάσεις ὑπάρχουν καί οἱ θεῖες ἐνέργειες. Καί αὐτές εἶναι διακρίσεις θεοπρεπεῖς στήν οὐσία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι δέ διακρίσεις πραγματικές καί ὄχι ὀνόματα ψιλά, σχήματα τοῦ νοῦ πλασματικά, κενά περιεχομένου οὐσιαστικοῦ. Οἱ θεῖες ἐνέργειες δέν ἐπιφέρουν σύνθεση στήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά διακρίνονται αὐτῆς θεοπρεπῶς, χωρίς βέβαια νά γνωρίζουμε εἰς τί συνίσταται ἡ διάκριση αὐτή, ὅπως δέν γνωρίζουμε εἰς τί συνίσταται καί ἡ διάκριση τῶν τριαδικῶν ὑποστάσεων. Τό βέβαιον εἶναι ὅτι τόσον οἱ μέν ὅσο καί οἱ δέ, δέν ἐπιφέρουν σύνθεση καί ἐπιμερισμό στή θεότητα. Οἱ θεῖες ἐνέργειες εἶναι ἀΐδιες καί ἄναρχες. Εἶναι ὁ ἔμφυτος πλοῦτος τῆς θεότητος, ἡ ἔμφυτη πολυδυναμία της. Εἶναι δέ ἐνέργειες ἄκτιστες καί ἀριθμητικῶς πολλές, ἀνάλογα μέ τήν ἐκδήλωση καί τή φανέρωσή τους στίς σχέσεις τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μέ τόν ἐξωτερικό φυσικό κόσμο (ἐνέργεια σοφοποιός, οὐσιοποιός, θεοποιός κ.ἄ.). Οἱ θεῖες ἐνέργειες, σέ ἀντίθεση μέ τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ἀπολύτως ὑπερβατική, ἀμέθεκτη καί ἀκοινώνητη, εἶναι μεθεκτές καί κοινωνητές. Αὐτές ἀποτελοῦν τό ὀντολογικό θεμέλιο τῶν κτισμάτων. Σ᾿ αὐτές συγκρατοῦνται στό εἶναι τά φυσικά κτίσματα. Μέσω αὐτῶν φανερώνεται ἐξωτερικά ὁ ὑπερβατικός Θεός, συντελεῖται ἡ θεία ἀποκάλυψη. Διά τῶν θείων ἐνεργειῶν καθίσταται δυνατή ἡ σωτηρία τῶν πεπτωκότων ὄντων, ἡ λύτρωση καί ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου. ῾Η θεία ἐνέργεια, τό ἄκτιστο φῶς τοῦ Χριστοῦ καί ἡ δόξα τῆς Τριάδος (ἡ ἄκτιστη χάρη γενικά) συγκροτεῖ τή μακαριότητα τῆς θείας βασιλείας, στήν ὁποία θά εἰσέλθουν τά θεοποιημένα πνεύματα πού καί αὐτά θά εἶναι μόρφωμα τῆς θείας ἐνέργειας.
Κατά τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία ἡ λύση τοῦ προβλήματος τῶν σχέσεων ἑνότητος οὐσίας καί πολλότητος ὑποστάσεων καί δυνάμεων στή θεότητα, ἔγκειται στήν ὀρθή ἐκδοχή ἑνώσεων καί διακρίσεων στόν Τριαδικό Θεό. Καί οἱ μέν ἑνώσεις εἶναι· ἡ ἑνότητα οὐσίας, ἡ ὁποία πληροῦται ἀπολύτως καί ἰσομερῶς σέ κάθε πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος. ῾Η ἑνότητα αὐτή ἀποσοβεῖ –ὅπως εἴπαμε– κάθε κίνδυνο πολυθεΐας. ῎Αλλη ἕνωση εἶναι ἡ κοινότητα βουλῆς καί ἐνέργειας. Σ᾿ αὐτές μετέχουν ἰσότιμα ὅλα τά πρόσωπα τῆς ἁγίας Τριάδος. Σέ ὅ,τι ἐνεργεῖ τό ἕνα πρόσωπο μετέχουν ἰσότιμα καί τά ἄλλα δύο, πρᾶγμα πού ἀποκλείει κάθε ἔννοια ὑποτέλειας καί ὑποταγῆς τῶν προσώπων εἰς ἄλληλα. ῎Αλλη ἕνωση, ὄχι λιγότερο σημαντική, εἶναι καί ἡ περιχώρηση τῶν Τριαδικῶν θείων ὑποστάσεων. Σύμφωνα μέ αὐτήν, κάθε πρόσωπο ἐνοικεῖ στά δύο ἄλλα, τά ὁποῖα ἐμπεριχωρεῖ ἐν ἀγάπῃ, πού εἶναι ἡ ζωή τῆς Τριαδικῆς θεότητος. Μέ τόν τρόπο αὐτό οἱ ὑποστάσεις οἱ ὁποῖες εἶναι αὐτοτελεῖς καί ἀκοινώνητες ὡς πρός τά ὑποστατικά τους ἰδιώματα, κοινωνοῦν μεταξύ τους καί ἑνώνονται στήν ἀγαπητική ἀλληλενοίκηση καί ἀλληλεμπεριχώρησή τους.
Οἱ διακρίσεις ἀφ᾿ ἑτέρου εἶναι· οἱ Τριαδικές ὑποστάσεις, οἱ ὁποῖες, ἄν καί εἶναι κάθε μιά πλήρης καί τέλειος φορέας τῆς θείας φύσεως, δέν ταυτίζονται οὔτε καί συγχέονται μεταξύ τους, ἀλλά διακρίνονται δυνάμει τῶν ὑποστατικῶν τους ἰδιωμάτων, πού εἶναι ἀκοινώνητα καί ἀμετάδοτα. ῾Ο Πατήρ δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει Υἱός ἤ Πνεῦμα ἅγιον, οὔτε ὁ Υἱός Πατήρ καί Πνεῦμα κ.ο.κ. Οἱ ὑποστατικές διακρίσεις εἶναι ἄναρχες καί αἰώνιες (= ἀΐδιες) στόν Τριαδικό Θεό. ῎Αλλη διάκριση εἶναι ἡ θεία ἐνέργεια, πού ἀπορρέει ἀπό τή θεία οὐσία, διακρίνεται αὐτῆς θεοπρεπῶς καί εἶναι κοινή σέ ὅλα τά πρόσωπα τῆς ἁγίας Τριάδος. ῎Εχουμε, δηλαδή, στόν Θεό τρία τινά· τήν οὐσία (κοινωνητή στά θεῖα πρόσωπα καί ἀκοινώνητη στόν ἐξωτερικό κόσμο), τίς ὑποστάσεις (ἀκοινώνητες μεταξύ τους κατά τά ὑποστατικά ἰδιώματα καί κοινωνητές διά τῆς ἀγαπητικῆς τους ἀλληλεμπεριχωρήσεως) καί τίς θεῖες ἐνέργειες, διακρινόμενες τῆς θείας οὐσίας καί κοινές στίς τριαδικές ὑποστάσεις.
«Πατέρα παντοκράτορα».
Στίς δύο αὐτές λέξεις τό Σύμβολο τῆς Πίστεως ἐπικεντρώνει δύο ἀπό τίς πολλές ἰδιότητες τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τήν πατρότητα καί τήν παντοδυναμία. ῾Η πρώτη προσδιορίζει τήν προσωπικότητα τοῦ χριστιανικοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ δεύτερη ἀναφέρεται στό ἐξωτερικό πεδίο τῶν θείων ἐνεργειῶν, ὡς ἡ μόνη δυνατότητα δημιουργίας καί ὑπάρξεως τῶν φυσικῶν κτισμάτων.
῾Ο Θεός τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι Θεός προσωπικός. Δέν εἶναι δύναμη ἀπρόσωπη διακεχυμένη στή φύση. Δέν ταυτίζεται οὔτε ἐξαντλεῖται στά ἐξωτερικά ὄντα. Δέν εἶναι ἡ φυσική κτίση. ῾Η περί Θεοῦ θεωρία τοῦ Πανθεϊσμοῦ, κατά τήν ὁποίαν ὁ Θεός ὑπάρχει σέ ὅλα τά φυσικά ὄντα μέ τά ὁποῖα συμφύρεται καί ταυτίζεται καί ἐξαντλεῖται (συγκεκαλυμμένος ὑλισμός), δέν μπορεῖ νά ἔχει θέση στή χριστιανική θεολογία καί κοσμοθεωρία. Οὔτε πάλι μπορεῖ νά ἔχει σχέση μέ αὐτήν καί ἡ ἀντίθετη θεωρία τοῦ Δεϊσμοῦ, κατά τήν ὁποίαν ὁ Θεός ἔπλασε μέν τά ὄντα, ὅμως ἀποσύρθηκε πέρα ἀπό αὐτά, χωρίς νά ἔχει κανένα ἴχνος ἐνδιαφέροντος γιά τήν τύχη καί τήν ἐξέλιξή τους. ῾Ο χριστιανικός Θεός εἶναι Θεός προσωπικός. Στό στοιχεῖο τῆς προσωπικότητος στηρίζεται ἡ ἔννοια τῆς ἀληθινῆς θρησκείας, πού εἶναι ἡ ἐξάρτηση τοῦ πλάσματος ἀπό τόν Πλάστη καί ἡ σύνδεση τῶν ὄντων μέ τό δημιουργό τους. Μέ τόν Θεό κυρίως τοῦ Δεϊσμοῦ ἡ ἀνθρώπινη ψυχή καμία δέν μπορεῖ νά ἔχει ἐπικοινωνία. ῞Ενας Θεός τυφλός ἤ ἀδιάφορος καί παγερός πρός τά πλάσματά του, δέν μπορεῖ νά συγκινήσει τήν ἀνθρώπινη καρδία, νά ἱκανοποιήσει τίς ἐνδόμυχες ἐπιθυμίες της, νά πληρώσει τίς πνευματικές ἐφέσεις καί ἀνάγκες της. ῾Ο Θεός αὐτός λίγο διαφέρει ἀπό τά τυφλά καί ἄψυχα εἴδωλα, πού δέν ἔχουν φωνή58 καί εἶναι ἀπαθῆ στίς ἱκεσίες καί ἐπικλήσεις αὐτῶν πού τά λατρεύουν. ᾿Αντίθετα, ἡ ἀληθινή θρησκευτικότητα στηρίζεται πάνω στό προσωπικό στοιχεῖο τῆς φύσεως τοῦ Θεοῦ. Θά ἀγαπήσεις ἕνα Θεό πού πρῶτος αὐτός σέ ἀγαπᾶ59, γιατί δέν εἶναι μονάχα ὁ πλάστης σου, ἀλλά καί ὁ πατέρας σου. Θά προσευχηθεῖς σέ ἕνα Θεό, ὁ ὁποῖος σέ ἀκούει, σέ ἀγαπᾶ καί εἶναι ἕτοιμος νά ἱκανοποιήσει τίς ὅποιες καλές ἐπιθυμίες σου καί ν᾿ ἀνταποκριθεῖ στήν περίσταση καί τήν ἀνάγκη σου. Σέ ἕνα Θεό κωφό καί ἄλαλο πρός τί –ἀλήθεια– νά προσευχηθεῖς; Καί θ᾿ ἀφοσιωθεῖς ὁλόψυχα σ᾿ ἕνα Θεό πού εἶναι τό πνευματικό θεμέλιο τῆς ζωῆς σου, ἡ ἀρχή καί τό τέλος σου, ἡ πηγή τῆς χαρᾶς καί τῆς εὐδαιμονίας σου, ὁ σύμμαχος καί ὁ στηρικτής στίς ἀντιξοότητες καί τά πολλά προβλήματα τοῦ βίου σου. Σ᾿ ἕνα Θεό πού εἶναι ἀνοιχτός γιά σένα καί ἐκεῖνο πού διακαῶς ἐπιθυμεῖ εἶναι ἡ δική σου εὐτυχία καί ἡ δική σου προκοπή. ῾Η χριστιανική θρησκεία εἶναι σχέση καθαρά πνευματική καί διαπροσωπική. Σ᾿ αὐτήν ἡ ἀνθρώπινη προσωπικότητα ζεῖ, ἐπιτυγχάνουσα τήν ἀλήθεια καί τήν πνευματική της ὁλοκλήρωση.
῾Η θεία πατρότητα ξεδιπλώνεται σέ δύο διαδοχικά πεδία, τό καθαρά θεολογικό καί τό ἔγχρονο ἱστορικό. Τό πρῶτο ἀνάγεται στό εἶναι καί τή ζωή τῆς ἁγίας Τριάδος· τό δεύτερο στό εἶναι καί τή ζωή τῶν κτισμάτων.
῞Οπως ἤδη ἐτονίσαμε, στή θεολογική Τριάδα ὁ Πατήρ εἶναι τό πρῶτο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος καί ἡ «πηγαία θεότης». ᾿Εξ αὐτῆς προέρχεται ἡ θεότητα τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος. ῾Ο Θεός Πατήρ καλεῖται ἔτσι, γιατί γεννᾶ ἀπό τήν οὐσία του τόν Υἱόν60. Τό ὑποστατικό ἰδίωμα τοῦ τελευταίου εἶναι ἡ γέννηση. Πῶς γεννᾶται ὁ Υἱός δέν γνωρίζουμε. Αὐτό εἶναι τό μυστικό τοῦ Θεοῦ, πού ὑπερβαίνει τή δική μας νοητική κατάληψη. Εἶναι μυστήριο ἀνάλογο μέ τό μυστήριο γενικότερα τοῦ Θεοῦ. ᾿Εν πάσῃ περιπτώσει ἀπό τή γέννηση αὐτή πρέπει νά ἀποκλείσουμε κάθε ἰδέα καί ἀναλογία, σάν κι αὐτές πού μᾶς παρέχουν οἱ φυσικές σχέσεις καί οἱ ἐμπειρίες μας. ῾Ο Υἱός εἶναι «ἀμήτωρ ἐκ Πατρός». ῞Ο,τι δηλαδή συμβαίνει στή φυσική γέννηση τῶν ἀνθρώπων, ἡ ὁποία εἶναι προϊόν τῆς γαμικῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύλων, πρέπει ν᾿ ἀποκλειστεῖ ἀπό τή γέννηση τοῦ Υἱοῦ. ῾Η γέννηση αὐτή εἶναι ὑπερφυής, καθαρῶς ἀπαθής καί πνευματική, ὁμόλογη πρός τήν πνευματική καί ἀπαθῆ φύση τοῦ Θεοῦ. ῾Ο Πατήρ γεννᾶ «ἔνδοθεν» τόν Υἱόν, χωρίς τή μεσολάβηση ἤ τή σύμπραξη μιᾶς ὁποιασδήποτε ἄλλης δυνάμεως ἤ ἀρχῆς. ῾Η γέννηση τοῦ Υἱοῦ, τό γεγονός δηλαδή ὅτι προέρχεται ἀπό τόν Πατέρα, δέν ὑποβαθμίζει τό ἀξίωμά του στή μεταφυσική Τριάδα. Δηλαδή δέν ὑποβαθμίζει οὔτε τή θεότητα οὔτε καί τό ὑποστατικό του ἰδίωμα. Δέν εἶναι κτίσμα τοῦ Πατρός οὔτε ὑποτάσσεται στήν πατρική βουλή, ὅπως ἀσύστολα φλυαροῦν οἱ αἱρετικοί. Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἰσχύει καί γιά τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Οἱ σχέσεις τῶν Τριαδικῶν προσώπων εἶναι –ὅπως πιό πάνω ἀναφέραμε– ἀΐδιες καί ἄχρονες. «῞Αμα Πατήρ, ἅμα Υἱός, ἅμα καί Πνεῦμα ἅγιον», εἶναι ὁ καθιερωμένος τύπος ὁ ἐκφράζων τήν ἀϊδιότητα στίς ὑποστατικές σχέσεις τῆς Τριάδος. ῾Ο Θεός Πατήρ γιά νά διατηρεῖ τό ὑποστατικό του ἰδίωμα, πρέπει ἀπαραιτήτως νά γεννᾶ τόν Υἱόν. ᾿Αλλιώτικα θά ἔπαυε νά εἶναι Πατήρ. ῾Η θεία πατρότητα (μέ τή γενική ἔννοια τῆς προβολῆς) μπορεῖ νά ἐπεκταθεῖ καί στό Πνεῦμα τό ἅγιο. ῾Η προέλευση αὐτή φυσικά εἶναι ἡ ἐκπόρευση61, ἡ ὁποία ἀντιδιαστέλλεται τῆς γεννήσεως, χωρίς νά γνωρίζουμε εἰς τί συνίσταται ἡ διαφορά τῶν δύο ὑποστατικῶν ἰδιωμάτων, τῆς γεννήσεως καί τῆς ἐκπορεύσεως.
Στό φυσικό πεδίο ὁ Θεός εἶναι πατέρας ὅλων τῶν κτισμάτων, στό μέτρο πού ὅλα προέρχονται ἀπό τήν ἀπειρόσοφη καί ἀπειρόδωρη βουλή του. Στή γένεση τῶν ὄντων δέν ἐπιστατεῖ καμία ἐσωτερική ἤ ἐξωτερική ἀνάγκη στόν Θεό, ὁ ὁποῖος δημιουργεῖ τά ὄντα ἐλεύθερα, γιατί ἔτσι βούλεται. ῾Η ἐλεύθερη ὅμως αὐτή δημιουργία ἐξυπακούει τήν ἀγάπη, ἡ ὁποία εἶναι τό ἀρραγές της θεμέλιο καί ὁ μόνος δεσμός ὁ συνάπτων τόν κτίστη μέ τά κτίσματα. ῾Ο Θεός δέν ἀποστρέφεται αὐτά πού ἔπλασε, ἀλλά τά περιβάλλει μέ τή στοργή καί τήν ἀγάπη του. ῞Οπως δέ ὁ φυσικός πατέρας ἀγαπᾶ τά τέκνα του καί τά περιβάλλει μέ τή φροντίδα του, ἔτσι καί ὁ Θεός ἀγαπᾶ τά κτίσματά του62 και φροντίζει γι᾿ αὐτά. Εἶναι πατέρας πάντων, ἰδιαίτερα δέ τῶν ἀνθρώπων63, στή φύση τῶν ὁποίων ἀνακλᾶται ἡ ἄϋλη δόξα του. ῾Ο Θεός ἀγαπᾶ ἰδιαίτερα τόν ἄνθρωπο στόν ὁποῖο φύσηξε τή δική του πνοή, ἄναψε τό δικό του σπινθῆρα, τόν ἀνέδειξε δική του «εἰκόνα». ῾Ο ἄνθρωπος ἀποτελεῖ τό ἰδιαίτερο ἀντικείμενο τῆς θείας ἀγάπης καί στοργῆς. Εἶναι τό «παιδί» τοῦ Θεοῦ, γιά τήν ἐξυπηρέτηση τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἡ φυσική δημιουργία. ῾Ο ἄνθρωπος ἀποτελεῖ τό ἐπίκεντρο στήν καθολική περί τῶν ὄντων πρόνοια τοῦ Θεοῦ64. Δέν θά ἦταν ὑπερβολή νά λέγαμε, ὅτι ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνθρωποκεντρική. ᾿Εκεῖ δέ πού τό ἔργο τῆς θείας πατρότητος φθάνει στό ἀποκορύφωμά του, εἶναι τό ἔργο τῆς θείας περί τόν ἄνθρωπον οἰκονομίας, μέ ἐπίκεντρο τή σωτηρία τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου ἀπό τή δουλεία τῆς ἁμαρτίας καί ἀπό τό κράτος τοῦ αἰώνιου πνευματικοῦ θανάτου. ᾿Εξυπακούεται φυσικά ὅτι μέ τή θεία πατρότητα πρέπει νά συμπορεύεται καί ἡ ἀνθρώπινη υἱότητα, ὡς ἀνταπόκριση τοῦ λογικοῦ πλάσματος στή στοργή τοῦ Πατέρα, στόν ὁποῖον ὀφείλει ὄχι μονάχα τό εἶναι του, ἀλλά καί τήν ἀλήθεια καί τήν εὐδαιμονία του.
῾Ο Θεός εἶναι Κύριος τῶν πάντων. ᾿Εξουσιάζει τά πάντα ἐπειδή εἶναι ὁ δημιουργός καί πλάστης τους. Καμία ἄλλη ἀρχή δέν μπορεῖ νά περιορίσει ἤ νά ἄρει τήν ἐξουσία του αὐτή, γιατί μιά τέτοια ἀρχή ὀντολογικά παράπλευρη μέ τόν Θεό, δέν ὑπάρχει. ῾Ο Θεός εἶναι ὁ μόνος καί ἀπόλυτος Κύριος τῆς κτίσεως. Εἶναι παντοκράτωρ65. ῾Η ἰδιότητα αὐτή τοῦ Θεοῦ στηρίζεται στήν ἀπόλυτη παντοδυναμία του. ᾿Αλήθεια, ποιά δύναμη ἄλλη, ποιά ἀρχή μπορεῖ ν᾿ ἀντιπαρατεθεῖ στόν παντοδύναμο ἐξουσιαστή τῆς κτίσεως; ῾Η δυναστεία τοῦ Θεοῦ ἐπί τῶν ὄντων εἶναι ἀπόλυτη. Δέν εἶναι ὅμως καί δυναστευτική. Εἶναι ἐξουσιαστική ὄχι αὐθαίρετα καί τυφλά, ἀλλά στό μέτρο πού ἡ θεία παντοδυναμία εἶναι ὁμόλογη καί ἐκφράζεται ἁρμονικά στά πλαίσια τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ (ἐδῶ ἡ δικαιοσύνη στήν εὐρύτερή της ἔννοια, ὡς ἔκφραση τῆς ἀλήθειας καί τῆς τελειότητος τοῦ Θεοῦ)· ἐναρμονίζεται δηλαδή πρός τή λογικότητα καί τήν ἀγαθότητα τῆς θείας φύσεως, στίς ὁποῖες ἡ παντοδυναμία βρίσκει τά ὅριά της, τά ὁποῖα δέν μπορεῖ νά ὑπερβεῖ. Καί εἶναι μέν γεγονός ὅτι ὑπάρχουν δευτερεύουσες κτιστές δυνάμεις πού ἀντιστέκονται στήν κυρίαρχη ἐξουσία τοῦ Θεοῦ καί μποροῦν νά «ἐξουδετερώσουν» ἤ καί νά «ματαιώσουν»66 τή βούλησή του. Τέτοιες δυνάμεις ὑπάρχουν στήν ἠθική σφαῖρα, ἀπορρέουσες ἀπό τήν ἐλευθερία τῶν λογικῶν κτισμάτων.
Εἶναι οἱ σατανικές δυνάμεις πού μάχονται ἀσταμάτητα τό ἔργο τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἐλευθέρα βούληση τῶν ἀνθρώπων, πού ἔχει τή δυνατότητα ν᾿ ἀποκρούει τίς σωτήριες βουλές τοῦ Πλάστη. ῾Ο Θεός σέβεται τή βούληση τῶν ὄντων τήν ὁποίαν ἔπλασε ἐλεύθερη, καί σέ καμιά περίπτωση δέν παρεμβαίνει αὐθαίρετα γιά νά τήν ἀνακόψει ἤ νά τήν καταργήσει. Τήν ἀφήνει νά ἐξελίσσεται ἀβίαστα, ἔστω καί ἄν ἀντιφέρεται πρός τό δικό του θέλημα. ᾿Εν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, οὔτε ἡ σατανική δύναμη οὔτε ἡ ἐλευθέρα βούληση τῶν ἀνθρώπων εἶναι σέ θέση νά βλάψουν τό σχέδιο τῆς θείας πρόνοιας ἀναφορικά μέ τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο. ῾Ο Θεός ἀνέχεται ἁπλῶς τήν ἐκδήλωση τῶν δυνάμεων αὐτῶν, τήν ὁποίαν ὅμως –ἔστω καί ἀρνητικά– χρησιμοποιεῖ ὡς πάνσοφος πλάστης γιά τήν ἐκπλήρωση τῶν περί κόσμου καί τῶν ἀνθρώπων σχεδίων του. ῾Ο Θεός σέ ὅλες τίς περιπτώσεις δέν παύει νά εἶναι παντοκράτωρ, κύριος τῆς κτίσεως καί ἐξουσιαστής τοῦ παντός, ὁ ὁποῖος τελικά θά συντρίψει τίς ἀντίξοες δυνάμεις67, πού στόν κόσμον αὐτόν ἀντιμάχονται τίς βουλές καί τό ἔργο του.
«Ποιητήν οὐρανοῦ καί γῆς ὁρατῶν τε πάντων καί ἀοράτων».
῾Ο φυσικός κόσμος ἀποτελεῖ ὀντότητα πραγματικήν. Δέν εἶναι σκιῶδες ἀπείκασμα ἑνός ἄλλου τελειότερου πνευματικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος εἶναι καί ὁ μόνος ὑπαρκτός καί πραγματικός (ἰδεολογικός πνευματοκρατισμός) οὔτε εἶναι διακόσμηση ὕλης προϋφεστώσης (Πλατωνισμός), οὔτε πάλιν εἶναι προϊόν μιᾶς δεύτερης κακῆς ἀρχῆς, ἑνός θεοῦ κατώτερου καί κακοῦ (Γνωστικισμός), ἀλλ᾿ οὔτε εἶναι αὐθύπαρκτος καί αὐθυπόστατος ἐπέχων θέσιν θεοῦ (Πανθεϊσμός) ἤ, τέλος, εἶναι προϊόν ἐξελίξεως ἤ τύχης (ὑλισμός)· ἀλλ᾿ εἶναι κάτι πού πραγματικά ὑπάρχει, ἔχει θετικήν ἀξία καί ὑπηρετεῖ ἕνα σκοπό. ῾Ο κόσμος εἶναι χειροτέχνημα, πλαστούργημα τοῦ Θεοῦ. Δέν ὑπάρχει ἀϊδίως, ἀλλ᾿ ἔχει πίσω του ποιητικό αἴτιο, τόν δημιουργό καί Πλάστη του68. Αὐτή τήν ἔννοιαν ἄλλωστε ἔχει καί ἡ ἰδέα τῆς δημιουργίας. Δημιουργῶ σημαίνει φέρω κάτι στό εἶναι, πού προηγουμένως δέν ὑπῆρχε. Δημιουργία δέν εἶναι μετάπλαση τῆς ὕλης ἀπό μιά μορφή σέ ἄλλη, ἀλλ᾿ ἐξ ὑπαρχῆς πλάση, εἴσοδος στό εἶναι αὐτοῦ πού τέως ἦταν ἀνύπαρκτο. Εἶναι πλάση «ἐξ οὐκ ὄντων69», ἐκ τοῦ μηδενός. Πῶς γίνεται βέβαια αὐτό, ἀδυνατοῦμε νά συλλάβουμε μέ τό ἀδύνατο μυαλό μας. Τί νά σημαίνει ἄραγε τό μηδέν ἀπό τό ὁποῖο προέρχεται ὁ κόσμος; Εἶναι πλάσμα τῆς φαντασίας μας; ῎Αν δέ πραγματικά ὑπάρχει –ἡ ἀντίφαση στό συλλογισμό εἶναι ἐμφανής– θά ἔχει ἀνάγκη καί αὐτό δημιουργίας κ.ο.κ.
Φυσικά ὁ κόσμος ὁ προερχόμενος ἐκ τοῦ μηδενός δέν εἶναι μετέωρος καί ξεκάρφωτος. Δέν στηρίζεται σ᾿ ἕνα τίποτε, γιατί κι αὐτός δέν θά εἶχε δική του οὐσιαστική ὑπόσταση. ῾Ο κόσμος ἀποτελεῖ θετική πραγματικότητα, στηριζόμενος σέ ἀκλόνητο βάθρο ὀντολογικό. Τό βάθρο αὐτό εἶναι ὁ Θεός. Τό μεταφυσικό στήριγμα τοῦ κόσμου εἶναι ἡ βουλή τοῦ Θεοῦ70, ἡ δημιουργική του θεία ἐνέργεια. Στή θεία ἀκτῖνα ὑπάρχουν ἀσάλευτα οἱ καταβολές τοῦ σύμπαντος, οἱ λόγοι τῶν κτισμάτων. ῾Ο κόσμος ὑπάρχει γιατί εἶναι θελημένος ἀπό τόν Θεό. ῾Ο Θεός ἀγαπᾶ καί θέλει τά ὄντα πού ἔπλασε. ῾Επομένως τά πλάσματά του δέν μπορεῖ νά εἶναι κακά, γιατί ὁ ἔσχατος λόγος τους εἶναι ἀπήχημα τῆς θείας βουλήσεως πού εἶναι ἀγαθή, στό μέτρο πού ἀγαθός εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. ῾Επομένως ὁ κόσμος ἔχει ἀξία θετική, ὡς ἐντεταγμένος στή δημιουργική ἐνέργεια τοῦ πλάστη του καί ἔχει νά ἐπιτελέσει ἕνα συγκεκριμένο σκοπό. Δέν εἶναι ἑπομένως κάτι ἄσκοπο καί τυχαῖο, ἀλλ᾿ ἕνα θετικά καί σκόπιμα ὀργανωμένο ὅλον, τό ὁποῖον εἶναι ἄξιο τοῦ σεβασμοῦ καί τῆς ἀγάπης μας71.
῾Ο κόσμος πλάστηκε ἀπό τόν Θεό εἴτε ἀθρόον, μέ μιά ἄμεσή του προσταγή, εἴτε –τό ὀρθότερο– σταδιακά σέ ἕξι μέρες (= μεγάλα χρονικά διαστήματα), ἀκολουθώντας πορεία μεταβάσεως ἀπό τά κατώτερα καί ἁπλούστερα ὄντα στά ἀνώτερα καί συνθετότερα, πράγμα πού στίς βασικές του γραμμές συμφωνεῖ μέ τά πορίσματα τῆς φυσικῆς ἐπιστήμης. Τήν ἕβδομη ἡμέρα ὁ Θεός, ἀφοῦ ἤδη συμπληρώθηκε ἡ δημιουργία, κατέπαυσε (ξεκουράστηκε) ἐκ τῶν ἔργων του72. ῾Ο σαββατισμός αὐτός δέν ἔχει τήν ἔννοια πραγματικῆς ξεκουράσεως τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ὡς πνεῦμα ἄϋλο δέν ὑπόκειται σέ καταστάσεις φυσικές, δέν νοιώθει κάματο ὥστε νά ἔχει ἀνάγκην ἀναπαύσεως. Εἶναι μᾶλλον ἔκφραση ἀνθρωποπαθής, σάν κι αὐτές πού συχνά χρησιμοποιεῖ ἡ Γραφή, γιά νά δηλωθεῖ ἡ εὐαρέσκεια τοῦ Θεοῦ γιά τά ἔργα τῶν χειρῶν του πού πλάστηκαν «καλά λίαν»73, σύμφωνα δηλαδή μέ τή δική του πάνσοφη βουλή καί μέ τό σχέδιο τῆς δημιουργικῆς του θείας ἐνέργειας.
῾Ο κόσμος ἀποτελεῖ ἕνα κλειστό παναρμόνιο ὅλο, γεμάτο κάλλος καί ὀμορφιά, στό ὁποῖον ἀνακλᾶται ἡ πανσοφία τοῦ δημιουργοῦ του. ῎Εχει τίς ποικιλίες τῶν μορφῶν του, τίς δυνάμεις καί τούς νόμους του. Παρ᾿ ὅλον ὅτι ὁ ἀνθρώπινος νοῦς ἀνιχνεύει τούς νόμους αὐτούς καί ἔχει εἰσχωρήσει βαθιά στήν κατανόηση τῆς οὐσίας τοῦ κόσμου, ὁ κόσμος ἐξακολουθεῖ νά τηρεῖ ἐπίζηλα τά μυστικά του, τά ὁποῖα γνωρίζει μονάχα ὁ Θεός. Τήν ὀντολογική δυνατότητα τοῦ κόσμου συνιστᾶ ἡ θεία παντοδυναμία. Μόνο ἕνα ὄν παντοδύναμο μπορεῖ νά καλέσει 74 στό εἶναι ὄντα τά ὁποῖα προηγουμένως δέν ὑπῆρχαν. Αὐτό φυσικά εἶναι ἀνήκουστο στήν πεπερασμένη φύση μας, τῆς ὁποίας ἡ δύναμη εἶναι σχετική καί ἡ ὁποία μπορεῖ μέν νά μορφοποιεῖ τήν ὕλη, νά τῆς δίνει δικά της σχήματα καί δικούς της ρυθμούς, νά κατασκευάζει πράγματα κινοῦντα τό θαυμασμό, ὄχι ὅμως καί νά καλεῖ στό εἶναι ὄντα τέως μή ὑπάρχοντα. ῾Ο Θεός ἔπλασε τά ὄντα μέ ἕνα παντοκρατορικό λόγο του, μέ μιά παντοδύναμή του προσταγή. «Εἶπε καί ἐγένετο». Παράλληλα, τή δυνατότητα τῆς τόσον ἁρμονικῆς καί σκόπιμης συγκροτήσεως τοῦ παντός παρέχει ἡ θεία πανσοφία75. Μόνο ἕνα ὄν πάνσοφο, ἕνας νοῦς ἄπειρος καί ἀπειροτέλειος, μπορεῖ ν᾿ ἀποτυπώσει στό πλάσμα του τήν ἔκπαγλη αὐτή ὀμορφιά καί ἁρμονικότητα πού εἶναι διάχυτες τόσο στό μακρόκοσμο ὅσο –καί κυρίως– στό μικρόκοσμο, ὁ ὁποῖος προκαλεῖ δέος καί συγκίνηση καί κινεῖ τή γλώσσα μας σέ ἀνύμνηση τῆς μεγαλωσύνης καί τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ!
Τά πεποιημένα ὄντα τό Σύμβολο τῆς Πίστεως διακρίνει εἰς ὁρατά καί ἀόρατα. Στά πρῶτα ὑπάγονται τά φυσικά κτίσματα καί ἐν μέρει ὁ ἄνθρωπος. Λέγομεν ἐν μέρει, γιατί αὐτός, ὡς ὄν δισυπόστατο, παράλληλα μέ τό ὑλικό σῶμα ἔχει καί τήν ἄϋλη ψυχή του. Εἶναι ὄντα ὑλικά καί αἰσθητά. Μποροῦν νά ὑποπέσουν στήν ἐξωτερική αἴσθηση καί νά γίνουν ἀντικείμενον ἐπιστημονικῆς μελέτης καί πειραματικῆς ἔρευνας. ῾Η ὕπαρξη τῶν κτισμάτων αὐτῶν βρίσκεται πέρα ἀπό κάθε ἀμφισβήτηση. Εἶναι ἀναγκαίως ἀποδεκτή.
Τά δεύτερα εἶναι οἱ ἄϋλες φύσεις τῶν πνευμάτων, οἱ ἄγγελοι καί οἱ δαίμονες. Εἶναι ὄντα ἐλεύθερα τῆς πυκνότητος τῆς ὕλης. ῾Ο ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά τά δεῖ μέ τούς σωματικούς του ὀφθαλμούς. Εἶναι ἀθέατα καί ἀόρατα. Φυσικά ὑπάρχουν καί ἀγγελοφάνειες. Στίς περιπτώσεις ὅμως αὐτές δέν καθίσταται ὁρατή ἡ ἄϋλη φύση τῶν ἀγγέλων, ἀλλά γίνεται μία ἐμφάνιση, τό πνεῦμα λαμβάνει προσωρινά ἐξωτερική περιγραπτή μορφή, προκειμένου νά ἐμφανιστεῖ στόν ἄνθρωπο, ἐκτελώντας τό θέλημα τοῦ Θεοῦ76. Οἱ ἄγγελοι δέν μποροῦν νά ἐκτιμηθοῦν μέ τά μέτρα τῶν φυσικῶν αἰσθήσεων, γι᾿ αὐτό καί ἡ ἀποδοχή τους δέν εἶναι ἀναγκαστική. Τήν ὕπαρξή τους τή δέχονται μόνον ἐκεῖνοι πού πιστεύουν στόν Θεό καί στά ἄϋλα πνευματικά ὄντα.
Οἱ ἄγγελοι εἶναι πλάσματα τοῦ Θεοῦ ἐκ τοῦ μηδενός, ὅπως καί τά ὑπόλοιπα δημιουργήματα. Πλάστηκαν δέ πρῶτοι, δηλαδή πρίν ἀπό τή δημιουργία τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Εἶναι καί αὐτοί προϊόντα τῆς ἐλευθέρας θείας βουλῆς, ὄντα θελημένα ἀπό τόν Θεό. Τό ὀντολογικό τους ὑπόβαθρο εἶναι, σέ ἴσο μέτρο μέ τά λοιπά κτίσματα, ἡ ἄκτιστη δημιουργική θεία ἐνέργεια. Τοῦτο τούς προσδίδει μεγάλη ἀξία καί δύναμη. Εἶναι ὄντα θεοδύναμα καί θεόμορφα.
Οἱ ἄγγελοι, ὡς ἄϋλα πνευματικά ὄντα, ὡς ἐλεύθεροι ὑλικῶν σωμάτων, εἶναι ἀπαλλαγμένοι φυσικῶν ἀναγκῶν, ὅπως ἡ πεῖνα, ἡ δίψα, ὁ κάματος, ἡ ἀνάπαυση, ὁ ὕπνος κ.τ.ὅ. ῎Αν δέ στή Γραφή φέρονται ἐνίοτε νά τρώγουν καί νά πίνουν, αὐτό γίνεται προσωρινά καί «κατ᾿ οἰκονομίαν», δηλαδή ὅσο χρόνο εἶναι ἐντεταλμένοι στήν ἐκπλήρωση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. ᾿Επίσης δέν ἔχουν ἀνάγκη διαιωνίσεως τοῦ εἴδους τους77. Δέν ἔχουν διάκριση φύλου καί εἶναι ἄγνωστη σ᾿ αὐτούς ἡ ἀνάγκη καί ἡ ἐπιθυμία τοῦ γάμου. ῾Ο ἀριθμός τους δόθηκε ἀπό τόν Θεό «ἐφ᾿ ἅπαξ» κατά τή στιγμή τῆς δημιουργίας τους.
Δέν πεθαίνουν καί ἔτσι δέν παρίσταται ἀνάγκη φυσικῆς διαδοχῆς τους. ῾Ο ἀριθμός τῶν ἀγγέλων πρέπει νά εἶναι πολύ μεγαλύτερος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνθρώπων. Σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τοῦ ψευδοδιονυσίου τοῦ ᾿Αρεοπαγίτου, ὁ ἀγγελικός κόσμος διαιρεῖται σέ τρεῖς ἱεραρχίες, ὑποδιαιρούμενες κάθε μία σέ τρεῖς χορούς· Σεραφείμ, Χερουβίμ, θρόνοι / κυριότητες, δυνάμεις, ἐξουσίες / ἀρχαί, ἀρχάγγελοι, ἄγγελοι78.
Οἱ ἄγγελοι εἶναι λειτουργικά πνεύματα τοῦ Θεοῦ79. Εἶναι διάκονοι τοῦ θείου θελήματος, τό ὁποῖον ἀγγέλλουν στούς ἀνθρώπους (ἐξ οὗ καί ἄγγελοι), καί ὑπηρέτες τῆς θείας βασιλείας. ᾿Επειδή, ὡς ἀσώματα πνευματικά ὄντα, δέν δεσμεύονται στόν ὑλικό χῶρο, κινοῦνται μέ μεγάλη ταχύτητα μεταβαίνοντες ἀπό τόπου εἰς τόπον, κατά τήν ἐκπλήρωση τῶν θείων προσταγμάτων. Οἱ ἄγγελοι εἶναι προστάτες ἀνθρώπων, πόλεων καί ἐθνῶν. Κάθε ἄνθρωπος ἔχει τό φύλακα ἄγγελό του80, ὁ ὁποῖος τόν προστατεύει ἀπό κινδύνους, τόν θωρακίζει κατά τῶν ἐπιθέσεων τοῦ διαβόλου καί τόν ἐνισχύει στήν ἀρετή καί τό ἀγαθόν. ῾Η ἀχαριστία τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ἀλόγιστη πεισμονή του στήν ἁμαρτία λυπεῖ τό φύλακα ἄγγελό του. Νά ἐγκαταλείπει ἄραγε αὐτός τόν πεισματικά ἀμετανόητον ἁμαρτωλόν;
῾Η δύναμη τῶν ἀγγέλων ὅπως καί ἡ γνώση τους εἶναι πολύ μεγάλες σέ σύγκριση μέ τίς ἀντίστοιχες δυνάμεις τῶν ἀνθρώπων, μικρότερες ὅμως σέ σχέση μέ τή δύναμη καί τήν παντογνωσία τοῦ Θεοῦ. Τή δύναμή τους οἱ ἄγγελοι χρησιμοποιοῦν πάντοτε ἐπ᾿ ἀγαθῷ κατά τήν ἐκτέλεση τῆς λειτουργικῆς διακονίας τους. Χαίρουν στόν οὐρανό γιά τούς ἁμαρτωλούς πού μετανοοῦν, ἐνῶ λυποῦνται γιά τούς πωρωμένους στήν ἁμαρτία καί φαύλους81.
Οἱ ἄγγελοι εἶναι ὄντα λογικά καί ἐλεύθερα. Δέν πλάστηκαν τέλεια ἐξ ἀρχῆς. Δέν ἦσαν φύσει ἀγαθοί, ἀλλά θέσει. Εἶχαν δηλαδή τή δυνατότητα τελειοποιήσεως καί παγιώσεώς τους στό ἀγαθό, πού θά γινόταν μέ τήν ἐλεύθερη συμμόρφωσή τους στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐπικουρία τῆς θείας χάριτος. Στό περιθώριο τῆς δυνατότητος αὐτῆς πραγματώθηκε ἡ πτώση ὁρισμένου ἀριθμοῦ ἀγγέλων. ῾Η πτώση αὐτή εἶναι γιά μᾶς ἀνεξήγητη. Δέν μποροῦμε, δηλαδή, νά κατανοήσουμε πῶς ἕνα πλάσμα ἀγαθό, ἀπό τή φύση τοῦ ὁποίου ἔλιπε κάθε ἰδέα ἁμαρτίας, νά δείξει ξαφνικά τόσο μεγάλη διαφθορά, νά ἐπαναστατήσει κατά τοῦ Πλάστη του καί νά ξεπέσει ἀπό τήν τόσο ὑψηλή περιωπή του!
Οἱ πεπτωκότες ἄγγελοι εἶναι οἱ δαίμονες82. Δέν δημιουργήθηκαν κακοί ἀπό τόν Θεό. Κάτι τέτοιο θ᾿ ἀποτελοῦσε βλασφημία κατά τοῦ Πλάστη. ῎Εγιναν δέ κακοί μέ τή δική τους ἐλευθέρα βούληση. Κίνητρο γιά τήν πτώση τους ἦταν ἡ ὑπερηφάνεια καί ὁ νοσηρός ἐγωϊσμός. ᾿Ηθέλησαν τή θεοποίηση τῆς φύσεώς τους. ῾Η ἐπιθυμία αὐτή φυσικά δέν ἦταν κακή. Κακός ἦταν ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖον ἐπιδίωξαν νά ἱκανοποιήσουν τήν ὑπέρτατη αὐτή ἐπιθυμία τους. Συγκεκριμένα· μέ τήν ἀπομόνωση καί τήν ἀλόγιστη ἀπομάκρυνσή τους ἀπό τό δημιουργό· τήν τοποθέτηση τοῦ ἴδιου ἐγώ στή θέση τῆς ἀπειρόδωρης θείας βουλῆς· τήν αὐτόνομη ἐπιδίωξη τῆς ἰσοθεΐας ἔξω ἀπό τήν ἀληθινή πηγή τῆς πραγματώσεώς της, ἐρήμην τοῦ Θεοῦ καί μέ τίς δικές τους φυσικές δυνάμεις! ῾Η τιτανική αὐτή ὕβρη ἐπέφερε τόν ἐκτροχιασμό καί τή φθορά τῆς φύσεως τοῦ ἀγγελικοῦ πλάσματος, τήν ἄμεση ἀποκοπή του ἀπό τή φυσική ρίζα του καί τό γκρέμισμά του στό ζοφερό κενό τῆς ἀνυπαρξίας (τῆς λανθασμένης ὑπάρξεως). ῾Ο ἄγγελος μέ τήν πτώση του ἔγινε δαίμονας, φύση κακόμορφη καί σκοτεινή. Διεστράφη ὁλοκληρωτικά ἡ φύση του, οἱ δυνάμεις της στράφηκαν πρός τό κακό καί ὅ,τι εἶναι ἀντίθετο πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Οἱ δαίμονες ἔγιναν ὄντα ἐχθρικά καί πολέμια83. ῾Η ἀβυσσαλέα φύση τους μισεῖ θανάσιμα τόν Θεό καί ὅ,τι προέρχεται ἀπ᾿ αὐτόν. Καί ἐπειδή δέν ἔχουν τή δύναμη νά βλάψουν τόν ἴδιο τόν Θεό, στρέφονται μέ μανία πρός τά δημιουργήματα καί κυρίως τόν ἄνθρωπο, τόν ὁποῖο φθονοῦν καί προσπαθοῦν ν᾿ ἀπομακρύνουν ἀπό τό ἀγαθό καί νά τόν ἐξακοντίσουν στή δική τους ἀπώλεια. ῾Η δύναμη τοῦ διαβόλου (συμπεπυκνωμένη ἐνέργεια κακίας) εἶναι πολύ μεγάλη84. ᾿Ελέγχεται ὅμως ἀπό τόν Θεό, μέ τήν ἀνοχή τοῦ ὁποίου ἔχει τή δυνατότητα νά πειράζει τόν ἄνθρωπο. Αὐτοπροαίρετα ὅμως δέν ἔχει ἐξουσία νά βλάψει τίποτε ἀπό τή δημιουργία85. ῾Η ἀνοχή αὐτή τοῦ Θεοῦ ἐξυπηρετεῖ δύο τινά· ἀφ᾿ ἑνός τήν τιμωρία τῶν πωρωμένων ἁμαρτωλῶν καί ἀφ᾿ ἑτέρου τή δοκιμασία τῶν δικαίων, μέ τήν ὁποίαν αὐτοί γίνονται στερεότεροι στήν πίστη τους.
῾Ο διάβολος –ὀνομάζεται ἔτσι γιατί διέβαλε τόν Θεό στόν πρῶτον ἄνθρωπο86– εἶναι τό μεγάλο αἴνιγμα τῆς χριστιανικῆς κοσμολογίας. ᾿Αλήθεια, πῶς μπόρεσε νά φυτρώσει στά σπλάχνα τῆς δημιουργίας πού βγῆκε τόσο καλή ἀπό τά χέρια τοῦ Θεοῦ, τό φοβερό αὐτό ἀγκάθι τῆς κολάσεως; Τό θέμα δέν μπορεῖ νά προσεγγίσει ἀπό μόνη της ἡ φυσική τοῦ ἀνθρώπου διάνοια. ῎Εχουμε κι ἐδῶ ἕνα ἀπό τά πιό σκοτεινά μυστήρια τῆς πίστεως. ᾿Εν πάσῃ περιπτώσει ἡ δύναμη τοῦ σατανᾶ ὑπέστη ὀδυνηρή συντριβή στό ἔργο τῆς λυτρωτικῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ καί εἰδικότερα στή σταυρική θυσία τοῦ Χριστοῦ. ῎Αν καί στήν παροῦσα οἰκονομία ζωῆς μέ τήν ἀνοχή πάντοτε τοῦ Θεοῦ ἡ δύναμη τοῦ πνεύματος τῆς πονηρίας ἐξακολουθεῖ νά ἐπηρεάζει καί ν᾿ ἀναστατώνει τή ζωή τῶν ἀνθρώπων87, μετά τή Δευτέρα Παρουσία καί τήν καθολική κρίση καί ἀνταπόδοση θά ἐκλείψει ὁλοτελῶς, περιοριζόμενη στό σκοτεινό χῶρο τῆς κολάσεως, ὅπου πρῶτος αὐτός θά εἰσέλθει κολαζόμενος ἐπί κεφαλῆς τοῦ σκοτεινοῦ ἐπιτελείου καί τῶν ἀκολούθων του.
᾿Ενδιάμεσα μεταξύ τοῦ φυσικοῦ καί τοῦ πνευματικοῦ κόσμου βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος, ὄν πρωτότυπο καί ἰδιόμορφο. ῾Η ἰδιομορφία του ἔγκειται στό ὅτι μετέχει τῶν δύο κόσμων, τοῦ ὑλικοῦ καί τοῦ πνευματικοῦ. ᾿Αποτελεῖ τό μεταίχμιο μεταξύ ὁρατῆς καί ἀοράτου κτίσεως, τή γέφυρα μεταβάσεως ἀπό τόν ἕνα κόσμο στόν ἄλλο. Καί τοῦ μέν ὑλικοῦ κόσμου μετέχει μέ τό αἰσθητό σῶμα του, τοῦ δέ πνευματικοῦ μέ τήν ἄϋλη ψυχή του. ῎Ετσι πού ὁ ἄνθρωπος νά περικλείει μέσα του ἕνα μικρόκοσμο (νά ἔχει δηλαδή ὅλα τά στοιχεῖα τῆς πλάσεως), νά εἶναι μιά σύνοψη, μιά ἐπιτομή τῆς δημιουργίας.
Ο ἄνθρωπος εἶναι ὄν δισυπόστατο. Φέρει μέσα του στενά δεμένα μεταξύ τους σῶμα καί ψυχή. Καί τό μέν σῶμα εἶναι ὑλικό πλασμένο ἀπό τή γῆ (ἀπό τό χῶμα88) καί μαστορεμένο ἀπό τά ἴδια τά χέρια τοῦ δημιουργοῦ. ῾Η δέ ψυχή εἶναι οὐσία ἄϋλη καί νοερά. Σάν τέτοια δέ εἶναι ἀθάνατη, ἐνῶ τό σῶμα (τοῦ πρώτου ἀνθρώπου) εἶχε τή δυνατότητα νά μήν ἀποθάνει, δέν ἦταν δηλαδή φύσει ἀθάνατο καί ἄφθαρτο. Δέν θά πέθαινε δέ, ἄν ὁ ἄνθρωπος παρέμενε πιστός στό θέλημα τοῦ Πλάστη του. Τό δισύνθετο τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου χαρίζει σ᾿ αὐτόν μιά ἰδιαίτερη θέση στή δημιουργία, τῆς ὁποίας εἶναι ἡ κορωνίδα, τό στεφάνι. ῾Η ἀξία καί ἡ περιωπή του εἶναι πολύ μεγάλες, κυρίως ἀπό τή μεριά τῆς ἀσώματης ψυχῆς, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό τό ἐμφύσημα, τήν πνοή τοῦ Θεοῦ89. Στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἀνακλᾶται ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ἄνθρωπος φέρει μέσα του τόν σπινθῆρα, τή φωτιά τοῦ Θεοῦ. Στήν ψυχή του σώζονται οἱ χαρακτῆρες τοῦ πρωτοτύπου του, τό λογικό, ἐλεύθερο, νοερό, θελητικό κ.τ.ὅ. ῎Ετσι πού ὁ ἄνθρωπος νά μοιάζει μέ τό δημιουργό του, νά εἶναι ὄν συγγενικό μέ τόν Πλάστη του. Νά εἶναι δυνάμει ἕνας μικρός «θεός».
Ο ἄνθρωπος πλάστηκε τήν ἕκτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας, μετά τή δημιουργία τῶν φυσικῶν κτισμάτων καί ἀφοῦ προηγήθηκαν ὅλες οἱ ἀπαραίτητες συνθῆκες, πού θά ἔκαναν τή ζωή του στή γῆ ἄνετη καί δυνατή. ῾Ο Θεός ἔπλασε πρῶτα τό ὑλικό σῶμα καί μετά φύσηξε σ᾿ αὐτό τή δική του πνοή, τήν ψυχή. ᾿Εκφράσεις ἀνθρωποπαθεῖς μέ τίς ὁποῖες τονίζεται τό γεγονός ὅτι τό ὑλικό στοιχεῖο εἶναι ὑπόστρωμα, προηγεῖται χρονικά τοῦ πνευματικοῦ (αὐτό φυσικά δέν ἔχει σημασία ἀξιολογική), τό ὁποῖον ἀναπτύσσεται βραδύτερα. ῎Ετσι στό μικρό παιδί κυρίαρχη θέση ἔχει ἡ φυσική ζωή, ἐνῶ ἡ πνευματική ἀναπτύσσεται βαθμηδόν μεταγενέστερα, ἀνάλογα μέ τό βαθμό τῆς σωματικῆς του ἀναπτύξεως.
Φυσική ρίζα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι, ὅπως καί γιά ὅλα τά ἄλλα κτίσματα, ἡ δημιουργική θεία ἐνέργεια. ῾Ο ἄνθρωπος εἶναι πλάσμα θελημένο ἀπό τόν Θεό. ῾Επομένως δέν εἶναι προϊόν (κατά τό σῶμα) ἐχθρικῶν δυνάμεων, ὅπως φλυαροῦσε ὁ Γνωστικισμός καί ὅλα τά ἄλλα, ἰδεοκρατικά καί μή, δυαρχικά συστήματα. Τό ὑλικό τῆς ψυχῆς περίβλημα δέν εἶναι ἑστία τοῦ κακοῦ, ἰδέα πού ἀποτελεῖ ὕβρη ἐνάντια στή χρηστότητα καί τήν ἀγαθωσύνη τοῦ Δημιουργοῦ.
Δέν εἶναι κέντρο τῆς ἁμαρτίας, ἄσχετα ἄν μετά τήν πτώση του στήν ἁμαρτία βαρύνεται μέ πολλές ἐπιθυμίες νοσηρές, γίνεται δοῦλο στά πάθη καί κρατεῖ τό πνεῦμα δέσμιο στήν πυκνότητα καί τίς πολλές ἐκτροχιασμένες ὀρέξεις του. Τό σῶμα εἶναι ἀπό τή φύση του καλό, γιατί προέρχεται ἀπό τήν ἀγαθή βούληση τοῦ Θεοῦ, στήν ὁποία καμιά θέση δέν ἔχει ἡ κακία. ῾Ως ποίημα δέ τοῦ Θεοῦ εἶναι, μαζί μέ τήν ψυχή, ἐπιδεκτικό ἁγιασμοῦ καί σωτηρίας. Δέχεται μέσα του σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ, καθίσταται ναός τοῦ ἁγίου Πνεύματος90 καί μέλλει ν᾿ ἀναστηθεῖ ἐκ τῶν νεκρῶν ἀφθαρτοποιημένο καί ἔνδοξο.
῾Ο Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο, ἄνδρα καί γυναῖκα. ῎Επλασε πρῶτα τόν ᾿Αδάμ καί κατόπιν ἀπό τήν πλευρά του ἐμόρφωσε τήν Εὔα. Καί ἐδῶ ἔχουμε ἔκφραση ἀνθρωποπαθῆ, μέ τήν ὁποία τονίζεται ἡ στενή σχέση τῶν δύο φύλων, τά ὁποῖα εἶναι ἀμοιβαίως συμπληρωματικά, καί στό δεσμό τῶν ὁποίων πληροῦται ἡ πραγματική ἰδέα τοῦ ἀνθρώπου. ῾Ο ἀληθινός ἄνθρωπος ὑπάρχει στό σύνδεσμο καί τήν ἑνότητα ἀνδρός καί γυναικός. ᾿Ετοποθέτησε δέ ὁ Θεός τό πρῶτο ἀνθρώπινο ζεῦγος στόν ἐπίγειο Παράδεισο (τήν ᾿Εδέμ), νά τόν φυλάσσει καί νά τόν καλλιεργεῖ91, εὐλογήσας τό φυσικό τους δεσμό, ὥστε νά πολλαπλασιάζονται καί νά πληθύνονται καί νά κυριεύσουν τή γῆ92. ῾Η κατάκτηση καί ἡ κυριαρχικότητα αὐτή ἐπί τῆς γῆς ἀποτελοῦν στοιχεῖο οὐσιαστικό τῆς θείας εἰκόνος στόν ἄνθρωπο. ῞Οπως ὁ Θεός ἄρχει ἐπί πάντων, ὡς ἀπόλυτος ἐξουσιαστής τῆς φύσεως, ἔτσι καί ἡ εἰκόνα του, μέ τό ἀρχικό καί ἡγεμονικό τοῦ νοῦ της, ἄρχει –ὡς ἕνα βέβαια βαθμό– πάνω στήν κτίση, τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ τό συνεκτικό κέντρο. ῎Αλλο βέβαια τό ζήτημα ἄν ὁ ἄνθρωπος ἀπό πραγματικός ἐξουσιαστής τῆς φύσεως καί οἰκονόμος τῆς πλάσεως τοῦ Θεοῦ, γίνεται, μέ τόν παραλογισμό καί τήν ἀνευθυνότητά του, αὐθαίρετος δυνάστης καί βίαιος καταχραστής τοῦ ἔργου τοῦ Θεοῦ!
῾Ο ἄνθρωπος, ὡς εἰκόνα Θεοῦ, εἶναι λογικός καί ἐλεύθερος. Στό στοιχεῖο αὐτό περικλείεται ὅλη ἡ δυναμική τῆς φύσεώς του. ῞Ομως, ἄν καί φερόμενος αὐτόματα πρός τό ἀείζωο ἀρχέτυπό του, ἔπρεπε καί ὁ ἴδιος νά θέλει ἐνσυνείδητα τή σχέση αὐτή. Τό τέλος τῆς δυναμικῆς αὐτῆς σχέσεως ἦταν ἡ καταξίωση τῆς θείας εἰκόνος, ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ πνευματικοῦ συνδέσμου σάν «ὁμοίωση» μέ τόν Θεό. ῾Ο ἄνθρωπος θά γινόταν καί ἔργῳ «θεός», κατάσταση πού εἶχε δυνάμει μέσα του ὡς εἰκόνα Θεοῦ. ῾Ο μόνος δρόμος πού θά ὁδηγοῦσε στό τέλος αὐτό ἦταν ἡ ἠθική δοκιμασία. ῾Ο Θεός ἔδωσε ἐντολή στόν πρωτόπλαστο, ἡ φύλαξη τῆς ὁποίας θά τόν βοηθοῦσε νά ἔλθει σέ ἐπίγνωση τῆς ἠθικῆς του φύσεως, νά διαπτύξει σέ προσωπική βάση τίς ἠθικοπνευματικές δυνάμεις του καί νά ἀγαπήσει ἐνσυνείδητα τόν Θεό. ῾Η ἐντολή, παρμένη ἀπό τή φύση πού περιέβαλλε τόν ᾿Αδάμ, ἦταν ἡ ἀπαγόρευση βρώσεως ἐκ τοῦ καρποῦ τοῦ δένδρου γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ93. ῾Ο ἄνθρωπος ὅμως πού ἦταν ἀπονήρευτος καί ἄκακος, δέν ἄντεξε τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Μπλέχτηκε στή σκοτεινή μηχανή τοῦ ἐχθροῦ. Μέ πρόσχημα τήν ἰσοθεΐα94 (κάτι μέ τό ὁποῖο καί ὁ ἴδιος εἶχε πέσει ἀπό τό ἀγγελικό του ἀξίωμα) κατώρθωσε ὁ διάβολος νά παραποδίσει τόν ἄνθρωπο καί νά τόν ἀποκόψει ἀπό τόν Πλάστη του. ῾Η πτώση τοῦ ἀνθρώπου, καρπός τῆς ἀλόγιστης παρακοῆς του, ὑπῆρξε μεγάλη καί ὀδυνηρή καί εἶχε συνέπειες τρομακτικές. ῾Η εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἀμαυρώθηκε95 στήν ψυχή τοῦ παραβάτη. ῎Εσβησαν οἱ θεοειδεῖς χαρακτῆρες της. Παράλληλα σκοτίστηκαν οἱ λογικές καί ἠθικές της δυνάμεις. ῾Ο νοῦς καλύφθηκε ἀπό τά πυκνά σύννεφα τῆς ἀγνωσίας, ἐγκατέλειψε τήν πνευματική του ἑστία στήν ὁποίαν ἐλαμπρύνετο πρό τῆς παρακοῆς, καί βουτηγμένος στήν πλάνη στράφηκε στή λατρεία τῶν ἄψυχων εἰδώλων καί τῶν στοιχείων τῆς φύσεως. Ταυτόχρονα καί οἱ λοιπές δυνάμεις τῆς ψυχῆς του, ἡ βούληση, τό αἴσθημα καί ἡ ἐπιθυμία, ἀκολουθώντας τή γενική ἐξαχρείωση τῆς φύσεως, διεστράφησαν καί αὐτές, ἀποκολλήθηκαν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί προσκολλήθηκαν σέ ἄλλες ξένες καί ἀλλότριες δυνάμεις, ὅσες πλούσια ἔσπειρε σ᾿ αὐτές τό πνεῦμα τῆς ἀποστασίας καί τῆς πλάνης. ᾿Επί πλέον τό εἰδικό βάρος γιά τήν πεσμένη φύση ἦταν ὁ θάνατος. ῾Η φθορά τῆς φύσεως ἦταν ἡ θλιβερή ἀκολουθία τῆς ἀδαμικῆς παραβάσεως. ᾿Ενῶ ὁ ἄνθρωπος δέν θά πέθαινε ἄν δέν ἁμάρτανε –γιατί ὁ Θεός εἶναι πηγή ζωῆς καί ὄχι ἑστία θανάτου96– μέ τήν ἀνυπακοή καί τήν πτώση τοῦ ᾿Αδάμ ὁ θάνατος εἰσχώρησε στήν ἐκτροχιασμένη φύση, σύμφωνα ἄλλωστε μέ τήν προειδοποίηση πού ἔδωσεν ὁ Θεός στόν πρωτόπλαστο97. Μέ τό θάνατο τοῦ ᾿Αδάμ κατέστησαν θνητοί καί ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι98.
῾Η ἁμαρτία τοῦ ᾿Αδάμ εἶναι κατ᾿ οὐσίαν παρακοή, ἀθέτηση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ἀποστασία. Πρᾶγμα βέβαια δύσκολο νά κατανοηθεῖ, δεδομένου ὅτι ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου πλάστηκε ἁγνή καί ἀγαθή. ῎Αν δέ σκεφθοῦμε ὅτι βασικό ἐλατήριο τῆς παρακοῆς εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια καί ὁ νοσηρός ἐγωϊσμός, τότε εὐλόγως διερωτᾶται κανείς· πῶς βρέθηκε ἕνας τόσο μεγάλος ἐγωϊσμός, μιά τόσο νοσηρή φιλαυτία σ᾿ ἕνα πλάσμα πού ἦταν ἀπό τή φύση του ἀγαθό καί ἄσχετο πρός τίς κορυφαῖες αὐτές πνευματικές διαστροφές; Νά ὑποθέσουμε ὅτι ἡ πρωτόπλαστη φύση ἀκολούθησε μιά βαθμιαία ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Θεό, ἡ δέ διήγηση τῆς πτώσεως σήμαινε τήν ὀξυκορύφωση τῆς πορείας αὐτῆς στό μοιραῖο κῆπο τῆς ᾿Εδέμ; Εἴμαστε πραγματικά μπροστά σ᾿ ἕνα μεγάλο μυστήριο. Παράλληλα ἡ λύση πού συνήθως δίνεται –καί εἶναι φυσικά σωστή– ὅτι ὁ ᾿Αδάμ ἐλεύθερα παρεξέκλινε ἀπό τό ἀγαθό κάνοντας κακή χρήση τῆς ἐλευθερίας του, δημιουργεῖ πρόσθετα προβλήματα. Καί τό ἐρώτημα ἀνακύπτει· πῶς μιά ἐλευθερία λογική, ἡ ὁποία δέν ἀπορρέει ἀπό μολυσμένο ἔδαφος ψυχῆς οὔτε ὑφίσταται τήν ἐπήρεια ἐσωτερικῶν πειρασμῶν καί ταλαντεύσεων, ὅπως συμβαίνει στή μεταπτωτική φύση, ἄγεται ξαφνικά σέ ἀπομάκρυνση ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ πού εἶναι τό ὀντικό της θεμέλιο, καί περιπίπτει σέ μιά τόσο μεγάλη ἀπόνοια καί ἀχαριστία πρός τόν Πλάστη της; ᾿Αλήθεια, πῶς;
᾿Εν τούτοις, τή βαρύτητα τοῦ προβλήματος μετριάζει αἰσθητῶς τό γεγονός ὅτι πρωταγωνιστής τοῦ δράματος τῆς ᾿Εδέμ δέν ἦταν μονάχα ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά –καί κυρίως– ὁ διάβολος, ὁ ὄφις ὁ ἀρχαῖος99, ὁ ὁποῖος κατάφερε νά σκοτώσει πνευματικά τόν πρῶτον ἄνθρωπο, γι᾿ αὐτό καί ὀνομάζεται ἀνθρωποκτόνος100. ῾Ο ᾿Αδάμ δέν συνέλαβε οὔτε ἐπώασεν ἐνδομύχως στήν ψυχή τήν παρακοή, ἀλλά τή δέχτηκε ἔξωθεν ἀπό τόν ἀρχέκακο, τόν πρωτομάστορα καί ἐφευρέτη τῆς ἀποστασίας διάβολο, ὁ ὁποῖος, φθονώντας τήν ὑψηλή τοῦ ἀνθρώπου περιωπή καί τήν εὐτυχία πού εἶχε κοντά στό δημιουργό του –αὐτά τά εἶχε καί ὁ ἴδιος καί τά ἀπώλεσε– μίσησε τό θεόμορφο πλάσμα καί βάλθηκε νά τό καταστρέψει, ἐπιστρατεύοντας τή σατανική πονηρία του καί βρίσκοντας στήριγμα στήν ἀθωότητα καί τό ἀπονήρευτο τῶν πρωτοπλάστων. ῾Ο ᾿Αδάμ παρασύρθηκε στήν πτώση, γι᾿ αὐτό καί ἦταν δεκτικός μετάνοιας καί σωτηρίας, σέ ἀντίθεση μέ τόν ῾Εωσφόρο, ὁ ὁποῖος, ἐφευρίσκοντας ἐσωτερικά τήν ἀποστασία, ἀποπετρώθηκε στήν ἁμαρτία, μή ἔχοντας καμιά δυνατότητα μεταγνώσεως καί σωτηρίας.
῾Η ἁμαρτία τοῦ ᾿Αδάμ μεταδίδεται ὡς κληρονομικό ἁμάρτημα στούς ἀπογόνους του διά τῆς φυσικῆς γεννήσεως. Κάθε ἄνθρωπος πού γεννιέται στόν κόσμο φέρει μέσα του σάν κληρονομιά τό ἁμάρτημα ἐκείνου. ῾Η κληρονομική αὐτή μετάδοση στηρίζεται στήν ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. ῞Οπως ἡ ποιότητα τῶν καρπῶν ἑνός δέντρου προσδιορίζεται ἀπό τή φυσική ποιότητα τῆς ρίζας του, σέ περίπτωση δέ πού ἡ ρίζα εἶναι φθαρμένη τότε καί οἱ καρποί της θά εἶναι ὁμοίως φθαρμένοι, ἔτσι, μιά καί φθάρθηκε ἡ ρίζα τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων μέ τήν ἀρχαία παρακοή, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πού κατάγονται ἀπό αὐτήν φέρουν στή φύση τους τήν φθοράν ἐκείνης. Κατά δύο δέ τρόπους μποροῦμε νά ἐκλάβουμε τό προπατορικόν ἁμάρτημα· εἴτε σάν καταλογισμό τῆς προσωπικῆς ἐνοχῆς τοῦ ᾿Αδάμ σέ ὅλους ἀνεξαίρετα τούς ἀπογόνους του. Τό πρόβλημα ἐδῶ εἶναι πῶς ὁ δίκαιος Θεός καταλογίζει ἐνοχή σέ ὄντα τά ὁποῖα προσωπικά δέν συμμετεῖχαν στήν ἁμαρτία τοῦ προπάτορα, πρᾶγμα πού ἀποτελεῖ τή βάση κάθε ἐνοχῆς. ῾Η ἀντίθετη θεωρία, ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι συλλογικά, ὡς ἐνεχόμενοι στή φύση τοῦ ᾿Αδάμ, ἁμάρτησαν μαζί του στήν ᾿Εδέμ, δημιουργεῖ πρόσθετα προβλήματα. Κανένας ἄνθρωπος δέν διασώζει στή συνείδησή του τήν αἴσθηση ὅτι ἁμάρτησε μέ τόν προπάτορα στήν ᾿Εδέμ. Εἴτε πάλι σάν ἀτμόσφαιρα ἁμαρτητική πού διαμορφώθηκε ἀπό τήν πρώτη ἁμαρτίαν ἐκείνη μέσα στήν ὁποία γεννιέται κάθε ἄνθρωπος, ὡς πνευματικό κλίμα μολυσμένο πού σκεπάζει ἀποπνικτικά ὅλο τό γένος (κάτι ἀνάλογο σάν τή θερμοκρασιακή ἀναστροφή –τό νέφος– σήμερα). Στό συνδυασμό τῶν δύο αὐτῶν θεωριῶν πρέπει νά βροῦμε τήν ἀλήθεια. ῾Η δεύτερη βέβαια θεωρία εἶναι συμφωνότερη μέ τήν ὀρθόδοξη δογματική παράδοση πού βλέπει γενικά τήν ἁμαρτία σάν φθορά τῆς φύσεως, τή δέ ἀφθαρσία ὡς τόν εἰδικό καρπό τῆς σωτηρίας. Τή φθορά αὐτή τῆς φύσεως ἀφάνισεν ὁ Κύριος διά τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου του. Γιά τούς ἀνθρώπους αὐτό πραγματοποιεῖται στήν ᾿Εκκλησία διά τοῦ βαπτίσματος.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

14. «Αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε καί πληρώσατε τήν γῆν καί κατακυριεύσατε αὐτῆς» (Γεν. 1,28).
15. ᾿Ιω. 1,18· «Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε».
16. ῎Ετσι καί ὁ Μωϋσῆς κατά τήν θεία φανέρωση πού ἔγινε στό θεοβάδιστο ῎Ορος (Σινᾶ), «εἰσῆλθεν εἰς τόν γνόφον, οὗ ἦν ὁ Θεός» (᾿Εξ. 20,21). Σέ κάποια δέ ἄλλη πολύ ἀνθρώπινη στιγμή, θέλοντας νά πάρει δύναμη στό δύσκολο ἔργο του νά ὁδηγήσει τόν ᾿Ισραήλ ἀπό τήν Αἴγυπτο στή γῆ τῆς ᾿Επαγγελίας, ζήτησε νά γνωρίσει τόν Θεό ὅπως στήν πραγματικότητα εἶναι, σάν σημεῖο ὅτι εἶχε τήν εὔνοια καί τή χάρη του· «ἐμφάνισόν μοι σεαυτόν· γνωστῶς ἴδω σε, ὅπως ἄν ὦ εὑρηκώς χάριν ἐναντίον σου» (᾿Εξ 33,13). ῾Ο Θεός δέν ἀρνήθηκε τή χάρη στόν πιστό δοῦλο του. Φυσικά δέν τοῦ ἐφανέρωσε τή φύση του, πρᾶγμα ἀδύνατο στή φυσική δεκτικότητα τοῦ ὑπηρέτη. Τοῦ φανέρωσε μονάχα ἕνα μέρος ἀπό τή δόξα του, αὐτό πού μποροῦσε ν᾿ ἀντέξει ἡ πεπερασμένη φύση του, γιατίδέν μπορεῖ ἄνθρωπος νά δεῖ, ὡς ἔχει, τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καί νά παραμείνει στή ζωή. ῎Ετσι τόν ἔβαλε σέ μιά ὀπή πέτρας, τόν κάλυψε μέ τό χέρι του, καί ὅταν τό σήκωσε τοῦ ἐπέτρεψε νά δεῖ μόνο τά «ὀπίσω» του καί ὄχι τή συντριπτική δόξα τοῦ προσώπου του (᾿Εξ. 33,12–23). Κάτι παρόμοιο ἔγινε καί στή Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος, ὅπου οἱ Μαθητές εἶδαν τό φῶς τοῦ Διδασκάλου «καθώς ἠδύναντο».
17. 1 Τιμ. 6,16· «Φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον».
18. Θαυμασία περιγραφή τοῦ ἀκαταλήπτου τοῦ Θεοῦ μᾶς παρέχει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης· Εἰς τήν ᾿Επιγραφήν τῶν Ψαλμῶν, ΣΤ´. Ρὒ 44, 728–732. Καί· Εἰς τά ῎Ασματα τῶν ᾿Ασμάτων, Γ´. Ρὒ 44,820 ἒἲ–824 ΑΒ.
19. ῾Η φορά αὐτή τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό καταβλήθηκε στήν ἀνθρώπινη ψυχή πού πλάστηκε «κατ᾿ εἰκόνα καί ὁμοίωσιν» Θεοῦ, πού ἀνακλοῦσε μέσα της τόν ἄϋλο καί ἀθάνατο Θεό καί φερόταν θετικά πρός αὐτόν σέ μιά σχέση ἐλευθερίας καί ἀμοιβαίας ἀγαπήσεως. ῾Η σχέση τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό δέν ἦταν σχέση ἀφελείας καί ἀδιαφορίας ἀπό τή μεριά τοῦ πλάσματος, κάτι πού θά ἐρχόταν σέ κραυγαλέα ἀντίθεση μέ τήν τόσο μεγάλη καί ὑψηλή περιωπή του· ἀλλ᾿ ἦταν ἔκφραση μιᾶς βαθειᾶς 160
πνευματικῆς διαπροσωπικῆς σχέσεως, ὅπως αὐτή τοῦ τέκνου πρός τόν πατέρα του. Στόν παράδεισο ὁ ἄνθρωπος εἶχε καθημερινή ἐπαφή μέ τόν Θεό, ὁ ὁποῖος μέ μορφή ἀγγέλου κατέβαινε τό δειλινό στόν κῆπο καί συνομιλοῦσε μαζί του (Γεν. 3,8).
20. Ψαλμ. 18,2.
21. Ρωμ. 1,20–21.
22. ῾Εβρ. 1,2· «ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν υἱῷ».
23. ᾿Ιω. 14,6.
24. Δέν εἶναι ὀρθή ἡ ἄποψη ὅτι τό Πνεῦμα τό ἅγιον, τό ὁποῖον ἐμπνέει καί ζωοποιεῖ τήν ᾿Εκκλησία, μπορεῖ νά φανερώνει σ᾿ αὐτήν ἀλήθειες τέως ἄγνωστες, τίς ὁποῖες δέν ἀπεκάλυψεν ὁ σαρκωθείς Λόγος τοῦ Θεοῦ. Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖ τήν ᾿Εκκλησίαν εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν, δηλαδή τή φωτίζει νά κατανοεῖ πληρέστερα τήν ἀλήθεια σέ μιά δεδομένη στιγμή τῆς ἱστορίας της. Δέν τῆς ἀποκαλύπτει ὅμως ἀλήθειες πού δέν ἐφανέρωσε προηγουμένως ὁ Θεός. Αὐτό θά μείωνε τό προφητικό ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ καί θά δημιουργοῦσε ἐρωτηματικά ὡς πρός τήν ἐμβέλεια τῆς λυτρωτικῆς του θείας ἀλήθειας.
25. «῎Απειρον λοιπόν τό θεῖον καί ἀκατάληπτον καί τοῦτο μόνον αὐτοῦ καταληπτόν ἡ ἀπειρία καί ἡ ἀκαταληψία» (᾿Ιω. Δαμασκηνοῦ, ῎Εκδοσις ὀρθ. πίστεως, Α´,4. Ρὒ,800).
26. Τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον ὁ ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ εἰσχωρεῖ στό γνόφο τῆς θείας ἀπειρίας καί, ἀποτινάσσων τήν ἀχλύν πού καλύπτει τό νοῦ του, βλέπει τόν Θεό καί μυεῖται στά μυστήρια τοῦ Θεοῦ, ἐκθέτει ὡραιότατα ἡ Καταβασία τήν ὁποίαν ψάλλει ἡ ᾿Εκκλησία μας, ἀναφερόμενη στή θεοπτία τοῦ Μωϋσῆ στό ὄρος Σινᾶ· «Θείῳ καλυφθείς ὁ βραδύγλωσσος γνόφῳ, ἐρρητόρευσε τόν θεόγραφον νόμον. ᾿Ιλύν γάρ ἐκτινάξας ὄμματος νόου, ὁρᾷ τόν ὄντα καί μυεῖται Πνεύματος χάριν. Γεραίρων ἐνθέοις τοῖς θαύμασιν» (Καταβ. ἰαμβική, Πέμπτη τῆς ᾿Αναλήψεως).
27. ᾿Εξ. 3,14.
28. «Βλέπομεν γάρ ἄρτι δι᾿ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι» (1 Κορ. 13,12).
29. ῾Εβρ. 11,1.
30. ῾Υποδειγματική ἐν προκειμένῳ κατέστη ἡ πίστη τοῦ ᾿Αβραάμ, ὁ ὁποῖος στήν ἀπαίτηση τοῦ Θεοῦ νά τοῦ προσφέρει ὡς θυσία τόν μονογενῆ του υἱό, δέν δίστασε νά συγκατατεθεῖ, παρ᾿ ὅλον ὅτι τό θεῖον αἴτημα ἐσπάρασσε ἀνηλεῶς τό νοῦ, θρυμμάτιζε τήν καρδιά καί ἄλεθε ὁλόκληρη τήν ὕπαρξή του. Γι᾿ αὐτό ὁ Θεός τόν ἀνέδειξε «πατέρα» ὅλων τῶν πιστῶν.
31. Λουκ. 17,5· «πρόσθες ἡμῖν πίστιν».
32. «῾Ημεῖς δέ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν» (1 Κορ. 2,16).
33. ῾Εβρ. 3,4.
34. Ψαλμ. 103,24.
35. ῾Εβρ. 11,3· «Πίστει νοοῦμεν κατηρτίσθαι τούς αἰῶνας ρήματι Θεοῦ…».
36. «᾿Εγγύς σου τό ρῆμά ἐστιν, ἐν τῷ στόματί σου καί ἐν τῇ καρδίᾳ σου» (Ρωμ. 10,8).
37. «Μηδέ βάλητε τούς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων» (Ματθ. 7,6).
38. Ματθ. 7,7.
39. Τίτ. 3,9.
40. «᾿Ισχυρότερά σου μή ἐρεύνα» (Γρηγ. Νύσσης, Ρὒ 44,357 ἲ). Καί· Σοφ. Σειρ. 3,21· «ἰσχυρότερά σου μή ἐξέταζε».
41. ᾿Ιω. 5,39.
42. Λουκ. 10,42.
43. 2 Κορ. 4,7.
44. ᾿Εξ. 20,2.
161
45. Τό δόγμα τῆς πανταχοῦ παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἐξαίρει ὡραιότατα ὁ Ψαλμωδός (Ψαλμ. 138,8–10)· «᾿Εάν ἀναβῶ εἰς τόν οὐρανόν, σύ ἐκεῖ εἶ· ἐάν καταβῶ εἰς τόν ῞ᾼδην, πάρει. ᾿Εάν ἀναλάβω τάς πτέρυγάς μου κατ᾿ ὄρθρον, καί κατασκηνώσω εἰς τά ἔσχατα τῆς θαλάσσης, καί γάρ ἐκεῖ ἡ χείρ σου ὁδηγήσει με καί καθέξει με ἡ δεξιά σου». Τήν ἴδια ἀλήθεια ἐξαίρει καί ἡ προσευχή πρός τό ἅγιο Πνεῦμα· «Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν…». Τό δόγμα τῆς πανταχοῦ παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ μυστήριο στήν ἀνθρώπινη διάνοια. ῾Ο Θεός εἶναι οὐσιωδῶς παρών σέ κάθε μέρος τοῦ φυσικοῦ σύμπαντος, ὁ ἴδιος σ᾿ ὁλόκληρο τό σύμπαν, ἐνῶ συγχρόνως ἐκτείνεται ὁ αὐτός καί πέρα τοῦ σύμπαντος, ὡς ἀχώρητος καί ἀκατάσχετος («Θεός γάρ οὐ χωρεῖται, ἀλλ᾿ αὐτός ἐστι τόπος τῶν ὅλων». Θεοφίλου πρός Αὐτόλ. Β,3. ΒΕΠ 5,22). Εἶναι· «ὅλος ὅλῳ, ὅλος μέρει καί ὅλος ὑπέρ τό ὅλον». Πῶς γίνεται φυσικά αὐτό, ἐμεῖς οἱ πεπερασμένοι ἄνθρωποι δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε. ῾Η θρησκευτική ὅμως σημασία τῆς πανταχοῦ παρουσίας τοῦ Θεοῦ εἶναι πολύ μεγάλη. ῾Ο ἄνθρωπος ὁ,τιδήποτε κι ἄν κάνει, ὁπουδήποτε κι ἄν κρυφτεῖ, σέ ὅποια ὥρα καί σέ ὅποιο μέρος, δέν μπορεῖ ν᾿ ἀποφύγει τό ἀκοίμητο βλέμμα τοῦ Θεοῦ. ῾Ο Θεός εἶναι πάντοτε μπροστά του καί βλέπει ὅλες τίς πράξεις του. Τόν Θεό δέν μπορεῖ νά ἀποφύγει καί νά ἐξαπατήσει ὁ ἄνθρωπος, ὅπως μπορεῖ ν᾿ ἀποφύγει καί νά ἐξαπατήσει τό συνάνθρωπό του. ῾Η αἴσθηση αὐτή θά τόν συγκρατήσει μέσα στά ἠθικά πλαίσια τῆς φύσεώς του.
46. ῾Η αἰωνιότητα καί τό ἀναλλοίωτο τοῦ Θεοῦ εἶναι ἔννοιες σύστοιχες. ῾Ο Θεός, ὡς πνεῦμα ἀπόλυτο, ὑπέρκειται τῶν ὁρίων τοῦ χρόνου, ἐνῶ συγχρόνως εἶναι παρών καί γεμίζει κάθε χρονική στιγμή χωρίς διαδοχή, πού σημαίνει ὅτι δέν ὑπόκειται στίς συνθῆκες τοῦ ροώδους χρόνου. Δέν ἔχει παρελθόν, παρόν καί μέλλον. Εἶναι «ὁ ὤν καί ὁ ἦν καί ὁ ἐρχόμενος» (᾿Αποκ. 1,4). ῾Ο 89ος Ψαλμός σχετικά παρατηρεῖ· «πρό τοῦ ὄρη γενηθῆναι καί πλασθῆναι τήν γῆν καί τήν οἰκουμένην, καί ἀπό τοῦ αἰῶνος ἕως τοῦ αἰῶνος σύ εἶ… ῞Οτι χίλια ἔτη ἐν ὀφθαλμοῖς σου, ὡς ἡ ἡμέρα ἡ χθές, ἥτις διῆλθε, καί φυλακή ἐν νυκτί» (στ. 2.4.). ῾Ο Θεός, ὡς πληρῶν καί συγχρόνως ὑπερκείμενος τοῦ χρόνου, ὡς ἀΐδιος, αἰώνιος καί ἀτελεύτητος, εἶναι καί ἀναλλοίωτος. Δέν ἐξελίσσεται οὔτε μεταβάλλεται ἡ ἄϋλη φύση του. Εἶναι «ὁ ῎Ων» (᾿Εξ. 3,14). ᾿Εν αὐτῷ «οὐκ ἔνι παραλλαγή ἤ τροπῆς ἀποσκίασμα» (᾿Ιακ. 1,17). «Αὐτοί (οἱ οὐρανοί) ἀπολοῦνται, σύ δέ διαμένεις· καί πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, καί ὡσεί περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτούς καί ἀλλαγήσονται. Σύ δέ ὁ αὐτός εἶ, καί τά ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσιν» (Ψαλμ. 101, 27.28). (Βλ. Ρωμ. 1,23· «τήν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ». 1 Τιμ. 6,16· «ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν». ᾿Αποκ. 10,6· «καί ὤμοσεν ἐν τῷ ζῶντι εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων»).
47. ῾Η παντοδυναμία εἶναι βασική ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ. Περί αὐτῆς ἔχουμε μαρτυρίες στήν ἁγ. Γραφή. Βλέπε· Λουκ. 1,37· «ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρά τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα». Γεν. 17,14· «μή ἀδυνατεῖ παρά τῷ Θεῷ ρῆμα;». Ψαλμ. 134,6· «πάντα, ὅσα ἠθέλησεν ὁ Κύριος, ἐποίησεν ἐν τῷ οὐρανῷ καί ἐν τῇ γῇ». Δευτ. 10,17· «ὁ Θεός ὁ μέγας καί ἰσχυρός καί ὁ φοβερός». Ψαλμ. 148,5· «ὅτι αὐτός εἶπεν, καί ἐγενήθησαν, αὐτός ἐνετείλατο καί ἐκτίσθησαν». ᾿Εφ. 3,20· «τῷ δέ δυναμένῳ ὑπέρ πάντα ποιῆσαι ὑπερεκπερισσοῦ ὧν αἰτούμεθα ἤ νοοῦμεν».
48. Βλ. Θεοδωρήτου Κύρου (᾿Εραν., διάλ. 3)· «τό μή δυνηθῆναι τι τούτων (τό αἰώνιον ὑπό χρόνου γενέσθαι, τό ἄκτιστον κτιστόν, τό ἄπειρον πεπερασμένον) ἀπείρου δυνάμεως, οὐκ ἀσθενοῦς, τό δέ γε δυνηθῆναι ἀδυναμίας δήπουθεν, οὐ δυνάμεως».
49. Τό θέμα αὐτό συζητεῖται πολύ στή θεολογία, κατά πόσον δηλαδή ἡ ὑπό τοῦ Θεοῦ πρόγνωση τῶν ἠθικῶν ἐνεργειῶν τοῦ ἀνθρώπου ἀσκεῖ ροπή στήν ἐλευθερία τῆς βουλήσεώς του, τήν ὁποίαν καί καταργεῖ. Τό θέμα φυσικά εἶναι δύσκολο, ἀναγόμενο στά μυστηριώδη ἐκεῖνα ζητήματα, τά ὁποῖα ἀδυνατοῦμε νά κατανοήσουμε. Τό ζήτημα θεωρητικά εἶναι ἄλυτο. Πρακτικά ὅμως μποροῦμε νά ἔχουμε κάποια πρόσβαση σ᾿ αὐτό. 162
῾Ο ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος νά ἐνεργεῖ ὅπως αὐτός νομίζει, ἀνεξάρτητα ἀπό τή θεία πρόγνωση, τῆς ὁποίας τό περιεχόμενο, τή στιγμή πού ἐνεργεῖ, δέν ἔχει τή δυνατότητα νά γνωρίζει. ῾Η πρόγνωση εἶναι καθαρή ὑπόθεση τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποίαν ἐγώ, τό ἐνεργοῦν ὑποκείμενο, ἀγνοῶ. Θά πῶ, λοιπόν, ὅτι ὁ Θεός προγνωρίζει αὐτό πού ἐγώ σέ κάθε περίπτωση ἐνεργῶ. Οἱ δικές μου, λοιπόν, αὐτοπροαίρετες πράξεις (ἤ ἐπιθυμίες ἤ σκέψεις) εἶναι αὐτές πού προσδιορίζουν –ἄν μποροῦμε νά ποῦμε ἔτσι– τή θεία πρόγνωση καί ὄχι ἀντίστροφα, ἡ θεία πρόγνωση τίς δικές μου ἐνέργειες. ῞Οπως καί τοῦ ἀστρονόμου, ὁ ὁποῖος μέ ἀκρίβεια προλέγει καί καθορίζει μίαν ἔκλειψη ἡλίου, ἡ πρόγνωση δέν εἶναι ἡ καθοριστική αἰτία τῆς ἐκλείψεως, ἀλλ᾿ ἡ ἔκλειψη εἶναι τό ἀντικείμενο καί ἡ αἰτία τῆς ἐπιστημονικῆς του προγνώσεως.
50. ῾Ο Ψαλμωδός ἀναφωνεῖ· «῾Ως ἐμεγαλύνθη τά ἔργα σου Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. 103,24). ῾Ο δέ Παῦλος τή σοφία τοῦ Θεοῦ χαρακτηρίζει ὡς «πολυποίκιλον», τόσο στό πεδίο τῆς δημιουργίας ὅσο καί στό κράτος τῆς χάριτος (᾿Εφ. 3,6).
51. Στή θεία λειτουργία της ἡ ᾿Εκκλησία μας, ἐπαναλαμβάνουσα τόν ἀγγελικόν ὕμνο πού ἀναφέρει στό προφητικό του ὅραμα ὁ ᾿Ησαΐας (6,3), ἀπευθύνει στόν Θεό τόν Τρισάγιον ὕμνο· «ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ τῆς δόξης σου…».
52. ῾Η Γραφή καλεῖ τόν Θεό «δίκαιον καί ἀγαπῶντα δικαιοσύνας» (Ψαλμ. 10,7). Αὐτός «κρινεῖ τήν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ (Ψαλμ. 9,9). Εἶναι δίκαιος, δικαιῶν τόν ἐκ πίστεως ᾿Ιησοῦ (Ρωμ. 3,26). Θά κρίνει τόν κόσμο καί θ᾿ ἀποδώσει «ἑκάστῳ κατά τήν πρᾶξιν αὐτοῦ» (Ματθ. 16,27). Εἶναι «ὁ δίκαιος κριτής», ὁ ὁποῖος θά ἀποδώσει τόν «στέφανον τῆς δικαιοσύνης» σέ ὅλους τούς ἀθλητές τῆς πίστεως (2 Τιμ. 4,8). Κατά τήν κρίση θά ἀποδώσει «τοῖς μέν καθ᾿ ὑπομονήν ἔργου ἀγαθοῦ δόξαν καί τιμήν καί ἀφθαρσίαν ζητοῦσι ζωήν αἰώνιον, τοῖς δέ ἐξ ἐριθείας, καί ἀπειθοῦσι μέν τῇ ἀληθείᾳ, πειθομένοις δέ τῇ ἀδικίᾳ θυμόν καί ὀργήν» (Ρωμ. 2,8).
53. «῾Ο Θεός ἀγάπη ἐστίν» (1 ᾿Ιω. 4,8).
54. Βλ. Γρηγ. Νύσσης, Εἰς τόν ὅσιον Πατέρα ἡμῶν ᾿Εφραίμ. Ρὒ 46,825 ἒ.
55. ῾Ο κυριότερος ὅλων τῶν δυναμικῶν μοναρχιανῶν (ἄλλοι ἦσαν· Θεόδοτος ὁ Σκυτεύς, Θεόδωρος Τραπεζίτης, ᾿Ασκληπιόδοτος καί ᾿Αρτέμων ἤ ᾿Αρτεμᾶς) ἦταν ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς. Δέν δεχόταν διάκριση προσώπων στόν Θεό. Κατ᾿ αὐτόν Θεός εἶναι μονάχα ὁ Πατήρ. ῾Ο Υἱός καί τό Πνεῦμα δέν ἔχουν δική τους ὑπόσταση. ῾Ο Πατήρ εἶναι ἄγονος Υἱοῦ, ὁ δέ Λόγος ἄκαρπος Θεοῦ. ῾Επομένως ὁ Πατήρ καί ὁ Λόγος ἀποτελοῦν ἕνα πρόσωπο, ὅπως ἕνα πρόσωπο συνιστοῦν ὁ ἄνθρωπος καί ὁ λόγος πού ὑπάρχει μέσα του (Βλ. ᾿Α. Θεοδώρου, ῾Ιστορία τῶν Δογμάτων, Α´, μέρος δεύτερον. ᾿Αθῆναι, 1978, σ. 417).
56. Κατά τόν Ζωναρᾶν καί τόν Βαλσαμῶνα, ὁ Σαβέλλιος ἐδογμάτιζε «συναλοιφήν καί σύγχυσιν, τάς τρεῖς ὑποστάσεις τῆς μιᾶς οὐσίας τῆς θεότητος εἰς ἕν πρόσωπον συναιρῶν καί συγχέων, καί ἕν πρεσβεύων ἐπί τῆς Τριάδος Τριώνυμον πρόσωπον, λέγων τόν αὐτόν ποτέ μέν ὡς Πατέρα φανῆναι, ποτέ δέ ὡς Υἱόν, ποτέ δέ ὡς Πνεῦμα ἅγιον μεταμορφούμενον καί ἄλλοτε ἄλλως μετασχηματιζόμενον» (Βλ. ᾿Ι. Καρμίρη, Τά δογματικά καί συμβολικά μνημεῖα τῆς ᾿Ορθ. Καθολικῆς ᾿Εκκλησίας, τ. 1, ἐν ᾿Αθήναις 1952, σ. 75).
57. ῾Ο ῾Ησυχασμός ὑπῆρξε μία ἰδιότυπη τάση στόν ὀρθόδοξο ἀνατολικό μοναχισμό πρός καθαρή θεωρία καί μυστική ἕνωση μέ τόν Θεό κατά τή διάρκεια τῆς προσευχῆς, διά τῆς θείας χάριτος. Στήν πράξη τοῦ ῾Ησυχασμοῦ δογματική θεμελίωση ἔθεσεν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης, μέ ἐπίκεντρο τή θεοπρεπῆ διάκριση οὐσίας καί ἐνέργειας στόν Τριαδικό Θεό. Κατά τοῦ Γρηγορίου καί τῶν ἀσκουμένων στό ῞Αγιον ῎Ορος ῾Ησυχαστῶν στράφηκαν οἱ λατινίζοντες Βαρλαάμ καί ᾿Ακίνδυνος μετά 163
τῶν ὀπαδῶν τους «οἱ τήν κοινήν χάριν Πατρός, Υἱοῦ καί Πνεύματος, καί τό φῶς τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, καθ᾿ ὅ καί οἱ δίκαιοι λάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος, ὡς καί ὁ Χριστός προϋπέδειξεν ἐπ᾿ ὄρους λάμψας, καί ἁπλῶς πᾶσαν δύναμίν τε καί ἐνέργειαν τῆς τρισυποστάτου θεότητος καί πᾶν τό διαφέρον ὁπωσοῦν τῆς θείας φύσεως κτιστόν εἶναι δογματίζουσι, καί κατατέμνουσι καί οὗτοι δυσσεβῶς εἰς κτιστά καί ἄκτιστα τήν μίαν θεότητα, καί τούς εὐσεβῶς ἄκτιστον τό θειότατον ἐκεῖνο φῶς καί πᾶσαν δύναμιν καί ἐνέργειαν πρεσβεύοντας θείαν, ὡς μηδενός ὄντος προσφάτου τῶν τῷ Θεῷ προσόντων φυσικῶς, διθεΐτας ὀνομάζουσι καί πολυθέους…» (Γρηγ. Παλαμᾶ, ῾Ομολογία τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Ρὒ 151, 768). Τούς ἀντιπάλους τῶν ῾Ησυχαστῶν κατεδίκασε ἡ ᾿Εκκλησία στίς τοπικές της συνόδους τοῦ 1341 καί 1351 στήν Κωνσταντινούπολη.
58. «Στόμα ἔχουσι καί οὐ λαλήσουσιν» (τά εἴδωλα τῶν ἐθνῶν). Ψαλμός 113,13.
59. «῾Ημεῖς ἀγαπῶμεν αὐτόν, ὅτι αὐτός πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς» (1 ᾿Ιω. 4,19).
60. «Υἱός μου εἶ σύ, ἐγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (῾Εβρ. 1,5).
61. ᾿Ιω. 15,26.
62. «᾿Αγαπᾷς γάρ τά ὄντα πάντα, καί οὐδέν βδελύσσῃ ὧν ἐποίησας, οὐδέ γάρ ἄν μισῶν τι κατεσκεύασας. Πῶς δέ ἔμεινέν ἄν τι, εἰμή σύ ἠθέλησας; ἤ τό μή κληθέν ὑπό σοῦ διετηρήθη; Φείδῃ δέ πάντων, ὅτι σά ἐστιν» (Σοφ. Σολ. 11,24–26).
63. ῎Ετσι ἡ Κυριακή προσευχή ἀρχίζει· «Πάτερ ἡμῶν…».
64. ῾Η πρόνοια τοῦ Θεοῦ διακρίνεται σέ συντήρηση καί διακυβέρνηση. Μέ τήν πρώτην ὁ Θεός συντηρεῖ στό εἶναι τά ὄντα πού ἔπλασε, τά ὁποῖα ἄλλως θά ἐξαφανίζονταν (Ψαλμ. 103,29). ᾿Ενῶ μέ τή δεύτερη τά κυβερνᾶ καί τά κατευθύνει, ὥστε νά ἐπιτύχουν τό σκοπό τῆς δημιουργίας των, πού εἶναι ἡ δική τους μακαριότητα καί δι᾿ αὐτῆς ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. Τό δόγμα περί θείας προνοίας εἶναι πολύ σκληρό διά τόν ἀνθρώπινο λόγο, ὁ ὁποῖος δύσκολα μπορεῖ νά τό συμβιβάσει μέ τήν ὕπαρξη τοῦ ἠθικοῦ κακοῦ στόν κόσμο. Πόθεν τό κακό, ἀφοῦ στή φυσική καί ἠθική τάξη τῆς δημιουργίας ἐπιστατεῖ ὁ πάνσοφος, πανάγαθος καί παντοδύναμος Θεός; Τό ἐρώτημα λαμβάνει συγκεκριμένα τή μορφή τῆς θεοδικίας, πού ἀποτελεῖ πράγματι ἀκανθῶδες θεολογικό πρόβλημα. Βέβαια τό κακό δέν ἔχει ρίζες ὀντολογικές. Δέν εἶναι ὄν, πλάσμα στή δημιουργία. ῾Υπάρχει ὡς ποιότητα (μέ τεράστια βέβαια ἠθική δύναμη) ἐκεῖ ὅπου ἀπουσιάζει τό ἀγαθό καί πάντοτε ὡς δυνατότητα τῆς ἐλευθέρας βουλήσεως τῶν λογικῶν ὄντων, ἡ ὁποία εἶναι καί ἡ μόνη ὑπεύθυνη διά τήν παρουσία τοῦ κακοῦ. ῾Ο Θεός καμιά εὐθύνη δέν φέρει γι᾿ αὐτό. Τό κακό φυσικά συνέτριψεν ὁ Κύριος διά τῆς ἐνανθρωπήσεως καί τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου του. Παρ᾿ ὅλον δέ πού ἐξακολουθεῖ –κατά παραχώρηση τοῦ Θεοῦ– νά ὑπάρχει καί νά ταλαιπωρεῖ τόν κόσμο, μετά τήν καθολική κρίση θά περιοριστεῖ ἀρνητικά στόν τόπο τῆς κολάσεως.
65. 2 Κορ. 6,18. ᾿Αποκ. 1,8. 4,3. 11,17. 15,3. 16,7. 16,14. 19,6. 19,15. 21,22.
66. ᾿Εντός εἰσαγωγικῶν τά ρήματα αὐτά, διότι στή θετική ὄψη τοῦ πράγματος τίποτε δέν ὑπάρχει τόσο ἰσχυρό πού νά ἐπιβάλλεται καί νά ματαιώνει τίς βουλές τοῦ ῾Υψίστου. Τόσο τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ ὅσο καί ἡ σωτήρια βουλή του εἶναι «ἀμεταμέλητα» (Ρωμ. 11,29. 2 Κορ. 7,10). Μονάχα ὁ ἄνθρωπος τοποθετούμενος ἀρνητικά ἐνώπιον τῆς λυτρωτικῆς θείας ἐνέργειας καί πεισματικά ἀποκρούων τή σωτήρια δωρεά, μπορεῖ νά καταστήσει ἀνενέργητο τό χάρισμα τοῦ Θεοῦ. Μόνον ἀπό τήν ἄποψη αὐτή μπορεῖ νά λεχθεῖ ὅτι «ματαιώνεται» ἡ θεία βουλή, ὑπαιτιότητι πάντοτε τοῦ λογικοῦ πλάσματος, τό ὁποῖο μπορεῖ νά θέλει ἤ νά μή θέλει αὐτό πού ὁ Θεός ἀπό ἀγάπη τοῦ προσφέρει. ῾Η περίπτωση τοῦ σκληροτράχηλου καί ἀπειθοῦντος ᾿Ισραήλ, ὁ ὁποῖος τελικά ἐξέπεσε τῆς κλήσεως καί τῶν προνομίων του ὡς περιούσιου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, εἶναι στό σημεῖο αὐτό ἐξόχως ἐνδεικτική.
67. ῾Εβρ. 1,13.
164
68. ῾Εβρ. 3,4.
69. «᾿Αξιῶ σε, τέκνον, ἀναβλέψαντα εἰς τόν οὐρανόν καί τήν γῆν, καί τά ἐν αὐτοῖς πάντα ἰδόντα, γνῶναι, ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐποίησεν αὐτά ὁ Θεός» (Β´ Μακκ. 7,28).
70. «Πάντα ὅσα ἠθέλησεν ἐποίησεν ὁ Κύριος» (Ψαλμ. 134,6).
71. ῎Αν αὐτό εἶχε ὑπόψει του ὁ ἄνθρωπος, πόσον –ἀλήθεια– θά ἦταν καθαρότερος ὁ κόσμος μας, πόσο ὀμορφότερο τό φυσικό περιβάλλον μας, τό ὁποῖο τόσο χυδαῖα κακοποιεῖ ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ὁ κτηνώδης καί βάναυσος βιαστής τῆς φύσεως, τήν ὁποίαν τόσο ἁπλόχερα μᾶς χάρισε ὁ Θεός διά νά τήν ἀπολαμβάνουμε!
72. Γεν. 2,3.
73. Γεν. 1,31.
74. Γεν. 1,3.
75. «Πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. 103,24). «῾Ο Θεός ἐν σοφίᾳ ἐθεμελίωσε τήν γῆν, ἡτοίμασε δέ οὐρανούς ἐν φρονήσει» (Παρ. 3,19).
76. Στήν Π. Διαθήκη ἀναφέρονται πολλές ἀγγελοφάνειες. ᾿Ενδεικτική εἶναι ἡ ἐμφάνιση τοῦ ἀγγέλου Ραφαήλ στόν Τωβία, τόν ὁποῖον συνόδευσε σέ ταξίδι του γιά μιά οἰκογενειακή του ὑπόθεση. ῾Ο ἄγγελος πῆρε μορφή νεανία.
77. Στήν ἀρχαία ᾿Εκκλησία διατυπώθηκε καί ἡ ἰδέα ὅτι οἱ ἄγγελοι πολλαπλασιάστηκαν μέ τρόπο πνευματικό, ἀνάλογο πρός τήν ἄϋλη φύση τους.
78. Χρ. ᾿Ανδρούτσου, Δογματική…, ἐν ᾿Αθήναις 1907, σ. 126.
79. «Οὐχί πάντες εἰσι λειτουργικά πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διά τούς μέλλοντας κληρονομεῖν βασιλείαν;» (῾Εβρ. 1,14).
80. ῾Η ᾿Εκκλησία δέεται σέ κάθε θεία λειτουργία της· «῎Αγγελον εἰρήνης, πιστόν ὁδηγόν, φύλακα τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν…». Καί, Πράξ. 12,16· «ὁ ἄγγελος αὐτοῦ ἐστιν». Βλ. καί τήν εἰδική προσευχή πρός τόν φύλακα ἄγγελο.
81. Λουκ. 5,10· «χαρά γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι».
82. ᾿Ονομασίες στή Γραφή πού ἐκφράζουν τή σκοτεινή φύση καί τό ἔργο τῶν δαιμόνων ὑπάρχουν πολλές· Σατανᾶς (ὁ ἀντικείμενος), διάβολος, πατήρ τοῦ ψεύδους, ἀνθρωποκτόνος, πειράζων, πονηρός, ἄρχων τοῦ σκότους ἤ τοῦ κόσμου τούτου, δράκων, Βελζεβούλ, Βελιάλ, ῾Εωσφόρος (Χρ. ᾿Ανδρούτσου, Δογματική, σ. 127).
83. Μιά πολύ δυνατή περιγραφή τοῦ διαβόλου καί τοῦ ἔργου του μᾶς παρέχει ὁ ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης· Εἰς τά ἄσματα τῶν ἀσμάτων, Ρὒ 44,880 ἲ–881 Α.
84. Αὐτό φαίνεται στήν περίπτωση τοῦ ᾿Ιώβ, τοῦ ὁποίου κατέστρεψεν ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ τήν περιουσία καί τήν οἰκογένεια.
85. ᾿Ακόμη καί τούς χοίρους, τά ἀκάθαρτα ζῶα, δέν εἶχε τή δύναμη αὐτοβούλως νά καταστρέψει, ἀλλά χρειαζόταν τήν ἄδεια ἀπό τόν Κύριο (Ματθ. 8,31).
86. Γεν. 1,5.
87. ῞Οτι ἡ μεγάλη ἀθλιότητα καί ἡ καταστροφική μανία τοῦ ἀνθρώπου ὀφείλεται κατά ἕνα μέρος στήν ἐπίδραση τοῦ πνεύματος τῆς πονηρίας, εἶναι, γιά τούς ἔχοντες ἀνοιχτά τά πνευματικά τους αἰσθητήρια, ἀναντίρρητο. Δέν μπορεῖ ὁ λογικά σκεπτόμενος ἄνθρωπος, αὐτός πού ὑπέταξε τή γῆ στή σκέψη του καί ἀγέρωχα ἰχνηλατεῖ τούς οὐρανούς, τό ὄν τό πολυδύναμο καί πολυστόχαστο πού ἔχει στό ἐνεργητικό του τόσο λαμπρά ἐπιτεύγματα πού κινοῦν τό θαυμασμό, νά μή ἔχει τή δυνατότητα ν᾿ ἀντιληφθεῖ τό χάος στό ὁποῖο πορεύεται, ν᾿ ἀντισταθεῖ στήν καταστροφική μανία τῆς φύσεώς του, στήν ἀθλιότητα πού δημιουργεῖ ἡ ἀλογιστία του καί μετατρέπει σέ καυτή κόλαση τή ζωή του! Κάποια ἄλλη δύναμη πρέπει νά ἐπιδρᾶ στή φθαρμένη φύση του, νά παραλύει τή βούλησή του, νά θολώνει τό μυαλό του καί νά σκιάζει τό λόγο του, ὥστε –κατά σχῆμα ὀξύμωρο– ὁ λογικός ἄνθρωπος νά καταντᾶ χειρότερος καί ἀπό τήν ἄλογη κτίση (Ψαλμ. 165
48,21), ν᾿ αὐτοκτονεῖ στό καταστροφικό του παραλήρημα καί ἀχαλίνωτος νά ὁδεύει πρός τό θάνατο! ῾Η δύναμη αὐτή εἶναι ὁ διάβολος, πού ὡς πνεῦμα ἔχει τή δύναμη ν᾿ ἀγγίζει τίς ψυχές, νά τίς ἀναμοχλεύει καί νά τίς συνταράσσει, καί τή δυνατότητα (ὄχι τόν ὑποχρεωτικό ἐξαναγκασμό) νά τίς ἐπηρεάζει πρός τήν ἁμαρτία, ἡ ὁποία εἶναι τό δηλητήριο τῆς φύσεως καί ἡ βασική αἰτία τῆς ἀνθρώπινης κακοδαιμονίας καί ἀθλιότητος. ῾Η ἁμαρτία εἶναι ἡ κόπρος τοῦ διαβόλου, τήν ὁποίαν τό ἀποστατικό πνεῦμα ἄφησε στόν Παράδεισο, μετατρέποντάς τον σέ φρικτό ἠθικό σκουπιδότοπο, τό μελανό στίγμα πού ἀπόθεσε στήν αὐγή τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας καί πού γιγαντώθηκε στή συνέχεια γιά νά μετατρέψει τή ζωή τοῦ παραβάτη σέ μιά νύχτα σκοτεινή καί ἀσέληνη!
88. Γεν. 2,7.
89. Γεν. 2,7. –῾Ως πρός τόν τρόπο παραγωγῆς τῆς ψυχῆς ὑπάρχουν τρεῖς θεωρίες· α) τῆς προϋπάρξεως· β) τῆς μεταφυτεύσεως διά τοῦ σπέρματος κατά τή γαμική σχέση καί γ) τῆς ἄμεσης δημιουργίας ἀπό τόν Θεό. ῾Η πρώτη θεωρία (τῆς προϋπάρξεως) εἶναι ἐσφαλμένη. ῾Ως γνωστόν, τήν ἀποδέχτηκε ὁ ᾿Ωριγένης, ἐπηρεαζόμενος ἀπό ἀνάλογα πλατωνικά διδάγματα. Οἱ δύο ἄλλες θεωρίες γίνονται ἀποδεκτές στήν πατερική παράδοση. Εἶναι γνῶμες θεολογικές, πού ἔχουν κάθε μία τά δικά της ἐπιχειρήματα [«οὔτε δόγμα τῆς ἱερᾶς τοῦτο (δηλ. ὁ τρόπος παραγωγῆς τῆς ψυχῆς) πίστεως, ζήτημα δέ φιλοσοφίᾳ καί θεολογίᾳ προσῆκον, κἄν τοῖς τοιούτοις οἰκείως τῇ δυνάμει διακρίνουσιν ἕκαστος». Γεννάδιος Σχολάριος, παρά Θεοδ. Ζήση, Γεννάδιος Β´ Σχολάριος (1980), σ. 304].
῾Ως πρός τό χρόνο καταβολῆς τῆς ψυχῆς αὐτός πρέπει νά εἶναι –μέ βάση τό χριστολογικό δόγμα– ὁ χρόνος συλλήψεως τοῦ ἐμβρύου στή μήτρα τῆς γυναίκας. ῾Υπάρχει βέβαια καί ἡ θεωρία τῆς μεταγενέστερης ἑνώσεως τῆς ψυχῆς μέ τό σωματικό ἔμβρυο, σέ κάποιο στάδιο τῆς κυοφορίας του.
90. «῎Η οὐκ οἴδατε ὅτι τό σῶμα ὑμῶν ναός τοῦ ἐν ὑμῖν ῾Αγίου Πνεύματός ἐστιν» (1 Κορ. 6,19).
91. Γεν. 2,15.
92. Γεν. 1,28.
93. Γεν. 2,16. 17.
94. Γεν. 3,5.
95. ῾Η ὀρθόδοξη θεολογία σάν συνέπεια τῆς πτώσεως δέχεται τήν πλήρη ἀπώλεια τῶν δώρων τῆς ἀρχέγονης δικαιοσύνης (ὑπό ὅρους ἀθανασία, ἀκακία, ἀπονία κ.ἄ.) πού εἶχε δώσει στόν πρῶτον ἄνθρωπο, γιά νά ἐπιτύχει αὐτός καλύτερα τόν προορισμό του. Παράλληλα δέχεται τήν ἐξασθένηση καί τήν ἀμαύρωση τῆς θείας εἰκόνος, συνάπτουσα ἐσωτερικῶς ἀρχέγονη δικαιοσύνη καί εἰκόνα, ἐπί τοῦ ἐδάφους τῆς ὁποίας ἡ πρώτη ἀναβλαστάνει. ῾Η ρωμαιοκαθολική θεολογία ἀφ᾿ ἑτέρου, δεχόμενη τήν ἀρχέγονη δικαιοσύνη ὡς πρόσθετο δῶρο τῆς χάριτος στή θεία εἰκόνα, στήν πτώση βλέπει μέν ἀφανισμό τοῦ δώρου αὐτοῦ, ὄχι ὅμως καί οὐσιαστική ζημία τῆς εἰκόνος, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχει στήν ἀρχέγονη φυσικότητά της. Μέ τήν ἁμαρτία ἀφαιροῦνται ἁπλῶς τά ἐπιπρόσθετα δῶρα τῆς χάριτος. ῾Η προτεσταντική, τέλος, θεολογία, ταυτίζουσα ἀρχέγονη δικαιοσύνη καί εἰκόνα, βλέπει στήν πτώση παντελῆ καταστροφή τῆς εἰκόνος, σέ σημεῖο πού ὁ ἄνθρωπος νά μήν ἔχει τή δύναμη νά στοχασθεῖ καί νά πράξει τό ἀγαθό. Οἱ ἰδέες αὐτές, ὅπως εἶναι φυσικόν, ἔχουν ἀντίκτυπο καί στίς ἀντίστοιχες σωτηριολογικές ἀντιλήψεις τῶν θεολογιῶν αὐτῶν. Γιά τόν Προτεσταντισμό ἰδιαίτερα εἶναι γνωστή ἡ θέση πού λαμβάνει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος σώζεται μόνο διά τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἀπορριπτομένης τῆς συμβολῆς τῶν ἀγαθῶν ἔργων.
96. «῞Οτι ὁ Θεός θάνατον οὐκ ἐποίησεν οὐδέ τέρπεται ἐπ᾿ ἀπωλείᾳ ζώντων» (Σοφ. Σολ. 1,13).
166
97. Γεν. 2,17.
98. Ρωμ. 5,12.
99. Γεν. 3,1.
100. ᾿Ιω. 8,44· «ἐκεῖνος ἀνθρωποκτόνος ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς».

Άρθρον Πρώτον
Άρθρον Δεύτερον
Άρθρον Τρίτον
Άρθρον Τέταρτον
Άρθρον Πέμπτον
Άρθρον Έκτον
Άρθρον Έβδομον
Άρθρον Όγδοον
Άρθρον Ένατον
Άρθρον Δέκατον
Άρθρον Ενδέκατον
Άρθρον Δωδέκατον
Οι Δέκα Εντολές και ο Νόμος της Χάριτος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

(c) orthodoxanswers.gr Το παρόν site είναι αφιερωμένο στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και στην υπερευλογημένη Θεοτόκο.
Με την χάρη του Τριαδικού Θεού οι "Ορθόδοξες Απαντήσεις" βρίσκονται στο διαδίκτυο από το 2006.