(c) OrthodoxAnswers.gr
Τρίτη , 12 Δεκέμβριος 2017
Ειδοποιήσεις
Αρχική » Άρθρον Τέταρτον

Άρθρον Τέταρτον

ΑΡΘΡΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ

«Σταυρωθέντα τε ὑπέρ ἡμῶν ἐπί Ποντίου Πιλάτου καί παθόντα καί ταφέντα».

Στό ἄρθρο αὐτό ἡ Σύνοδος διατυπώνει σέ λίγες λέξεις (τρεῖς μετοχές ἀορίστου) τό ἱλαστήριο πάθος καί τήν ταφή τοῦ Κυρίου.

«Σταυρωθέντα τε ὑπέρ ἡμῶν ἐπί Ποντίου Πιλάτου»

Οπως καί στά προηγούμενα εἴπαμε, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινεν ἄνθρωπος, γιά νά σώσει τόν κόσμον ἀπό τήν ἁμαρτία καί τόν αἰώνιο πνευματικό θάνατο. ῾Ο Χριστός ἦταν ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου. ῎Εσωσε τό γένος τῶν ἀνθρώπων, ἀσκώντας τό τρισσό λυτρωτικό του ἀξίωμα, ὡς προφήτης, ἀρχιερέας καί βασιλέας.

῾Ως προφήτης ὁ Χριστός ἀναδείχτηκε ὁ μέγιστος διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητος, φανερώσας τή θεία ἀλήθεια στόν σκοτισμένο ἀπό τήν ἁμαρτίαν ἄνθρωπο καί ἀποδιώξας τήν ἀχλύ τῆς πλάνης πού πυκνή θόλωνε τό πνεῦμα του. ῾Ο Χριστός ἀπεκάλυψε τή λυτρωτική θεία ἀλήθεια στό ἀποστατημένο πλάσμα του, τοῦ ὁποίου τό πνεῦμα καλυμμένο μέ τό ψεῦδος τῆς εἰδωλικῆς ἀποπλανήσεως, ἐλάμπρυνε μέ τό φῶς τῆς ἀληθινῆς θεογνωσίας, ὅπως τήν εἶχε στήν ᾿Εδέμ πρό τῆς παρακοῆς. Παράλληλα ἀναδείχτηκε ὁ μέγιστος τῶν Προφητῶν, ὁ ὁποῖος μιλοῦσε «ὡς ἐξουσίαν ἔχων»196, ἤλεγχε τίς παραβάσεις τοῦ Νόμου καί προφήτευε γιά τό μέλλον τῆς ᾿Εκκλησίας του καί τοῦ κόσμου. Τό διδακτικό ἀξίωμα τοῦ ᾿Ιησοῦ κανένας ποτέ δέν βρέθηκε ν᾿ ἀμφισβητήσει. «Οὐδείς οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος»197, ἦταν ἡ γενική ἐντύπωση πού δημιουργοῦσε στά πλήθη ὁ ἀνεπανάληπτος Διδάσκαλος. Τήν ἀλήθειαν αὐτή κράτησαν καί διαλάλησαν οἱ αἰῶνες. ῾Η διδασκαλία τοῦ Κυρίου οὐδ᾿ ἐπί στιγμήν ἔπαυσε νά φλογίζει καί νά πυρπολεῖ τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων. ῾Ο Χριστός ὑπῆρξεν ὁ κατ᾿ ἐξοχήν Προφήτης, ὁ κατ᾿ ἐξοχήν διδάσκαλος τοῦ κόσμου, ἡ αὐτοαλήθεια καί τό φῶς καί ἡ ζωή198. Στήν ἀλήθειά του καί μόνο μπορεῖ νά βρεῖ ὁ ἄνθρωπος ἐπίλυση τῶν πολλῶν ὑπαρξιακῶν προβλημάτων του, τήν γαλήνευση τῆς ψυχῆς καί τήν εὐδαιμονία του199, τήν ὁποίαν μάταια ψάχνει νά βρεῖ στά ἄχυρα τῶν δικῶν του ἐπιτευγμάτων καί τῶν πενιχρῶν δυνατοτήτων του.
Παράλληλα ὁ Χριστός λύτρωσε τόν κόσμον ὡς ὕψιστος ἀρχιερέας. ῾Η ἀρχιερωσύνη του ἦταν μοναδική καί ἰδιότυπη. ῏Ηταν ἀγενεαλόγητη καί ἀδιάδοχη200. ῞Οπως δέ στήν Παλαιά Διαθήκη προσφέρονταν θυσίες στόν Θεό γιά τήν ἐξιλέωση τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, ἔτσι καί στή Νέα Διαθήκη ἔπρεπε νά προσφερθεῖ θυσία ἱλαστήρια ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς. Τή θυσία αὐτή ἐπρόσφερε ὁ Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστός. ᾿Ενῶ δέ οἱ θυσίες τῆς παλαιᾶς οἰκονομίας ἦσαν θυσίες εἰκονικές καί προτυπωτικές τῆς μεγάλης θυσίας τοῦ σταυροῦ (κυρίως ἡ θυσία τοῦ Πασχαλίου ᾿Αμνοῦ), ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἡ ἐκπλήρωση τῆς παλαιᾶς προτυπώσεως, ἡ θυσία ἡ ἀληθινή πού λύτρωσε πραγματικά τόν κόσμον ἀπό τό κράτος τῆς φθορᾶς καί τοῦ αἰωνίου θανάτου. Στήν Π. Διαθήκη προσφέρονταν στόν Θεό ζῶα ἄλογα, μέ τή χύση τοῦ αἵματος τῶν ὁποίων πιστευόταν ὅτι ἐπραγματοποιεῖτο ἡ ἐξιλέωση τοῦ Θεοῦ. ᾿Εδῶ προσφέρθηκε θυσία λογική, τό πανάγιο τοῦ Θεανθρώπου αἷμα201, τό ὁποῖο πραγματικά ἐξιλέωσε τόν οὐράνιο Πατέρα. Στό σταυρό θύτης καί θύμα ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Καί ὡς μέν ἄνθρωπος ὑφίστατο τό πάθος καί τό θάνατο· ὡς Θεός δέ, προσέδιδε στή θυσία του ἄπειρη λυτρωτική ἀξία καί δύναμη. Αὐτό ἦταν ἀκριβῶς τό θαῦμα τῆς ἀπειρόσοφης θείας βουλῆς. ῾Η ἰδέα ὅτι ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ προσφέρθηκε γιά νά ἱκανοποιηθεῖ ἡ τρωθεῖσα ἀπό τήν ἁμαρτία τιμή τοῦ Θεοῦ, δέν εἶναι σωστή. ῾Η τιμή τοῦ Θεοῦ βρίσκεται ὑπεράνω κάθε εἴδους προσβολῆς· οὔτε δέ ὁ Θεός μοιάζει μέ ἐμπαθῆ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ζητᾶ ἐκδίκηση καί ἱκανοποίηση γιά τήν προσβληθεῖσα τιμή του. ῾Η θυσία τοῦ Χριστοῦ προσφέρθηκε ἐλεύθερα στόν Πατέρα ὡς ἔκφραση τῆς ὑπέρτατης ἀγάπης καί ὑπακοῆς τοῦ σαρκωμένου Λόγου του γιά τή λύτρωση τοῦ πλάσματος πού μέ τήν παρακοή του ἐκτροχιάστηκε ἀπό τήν ἀληθινή πορεία του καί ἔχασε τόν προορισμό του. ῾Ο Θεός δέν ζήτησε τή θυσία αὐτή· ἀλλ᾿ ὅταν προσφέρθηκε ἐλεύθερα ἀπό τόν Υἱό, τήν ἀποδέχτηκε, εὐδοκήσας σ᾿ αὐτήν καί ἀγαπήσας εἰς τέλος τόν Υἱόν!
Τόσον ἡ ἁμαρτία τοῦ Προπάτορα, ὅσο καί οἱ προσωπικές ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων, ἐπίεζαν ἀσφυκτικά τό γένος, ἡ ἀτομική καί ἡ συλλογική ἐνοχή τοῦ ὁποίου τό καθιστοῦσαν ὑπόδικο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί ἄξιο τιμωρίας αἰώνιας. ῎Αν ὅμως αὐτό γινόταν, ὁ κόσμος δέν θά μποροῦσε ν᾿ ἀντέξει τήν τιμωρό δικαιοσύνη καί τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ. Θ᾿ ἀφανιζόταν. Γιά νά μή συμβεῖ ὅμως αὐτό, ἔπρεπε νά βρεθεῖ κάποιος πολύ δυνατός ν᾿ ἀναλάβει στά στιβαρά χέρια του τήν ὑπόθεση τοῦ χαμένου ἀνθρώπου. Αὐτός ἦταν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος πῆρε τήν ἀνθρώπινη σάρκα, μέ σκοπό νά βοηθήσει τό ὑπόδικο πλάσμα του. ῏Ηταν ὁ ἀντιπρόσωπος ὁλόκληρου τοῦ γένους, ὁ ὁποῖος πῆρε ἀπάνω του τό δράμα τοῦ παραστρατημένου κόσμου, ἀνέλαβε ὁλόκληρο τό βάρος τῆς ἀνθρώπινης ἐνοχῆς, τίς ἁμαρτίες τῶν ἐνόχων, καί τιμωρήθηκε αὐτός γιά τήν ἐνοχή ἐκείνων202. ῎Εδωσε λύτρο τήν ψυχή του203 γιά τήν ἐξαγορά τῶν δουλωμένων στήν ἁμαρτίαν ἀνθρώπων. Τό λύτρον φυσικά δέν δόθηκε στό διάβολο204 γιά ν᾿ ἀφήσει αὐτός ἐλεύθερες τίς ψυχές, πού κατεῖχε στή σκοτεινή του ἐπικράτεια. ῾Ο διάβολος κανένα νομικό δικαίωμα ἐξουσίας δέν εἶχε πάνω στά λογικά πλάσματα τοῦ Θεοῦ. Μόνον ἠθικήν ἐξουσίαν ἀσκοῦσε σ᾿ αὐτά καί τίποτε περισσότερο. ῏Ηταν σφετεριστής ξένης ἰδιοκτησίας, τύραννος ἀνθρώπων πού κατώρθωσε νά ἐξαπατήσει καί νά ὑποτάξει στό ζυγό τῆς σατανικῆς κακουργίας του. Οὔτε πάλι τήν προσφορά τοῦ αἵματος τοῦ Υἱοῦ τή ζήτησε ὁ Πατήρ γιά νά συγχωρήσει τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο. ῾Ο Θεός δέν ἀρέσκεται σέ αἵματα, πολύ δέ ὀλιγότερο στό αἷμα τοῦ Υἱοῦ του. Δέν εἶναι Θεός αἱμάτων ἡ πανακήρατη καί πανάσπιλη φύση. ᾿Αλλά τό αἷμα ἐκεῖνο, στή χύση τοῦ ὁποίου συνέκλινε τό ἀπόρρητο μυστήριο τῆς προαιώνιας θείας βουλῆς, ἔγινε δεκτό ἀπό τόν οὐράνιο Πατέρα ὡς ὑπερστάθμισμα τῆς ἁμαρτίας καί τῆς ἐνοχῆς ὅλων τῶν ἀνθρώπων.
῾Ο Χριστός ἐπάνω στό σταυρό ἔπλυνε μέ τό πανάγιο αἷμα του τό αἶσχος καί τή βρομερότητα τῆς ἁμαρτίας, ἐκαθάρισε τή φύση ἀπό τά ράκη τῆς φθορᾶς, τήν ἔκανε νά λάμπει στήν ἀλλοτινή της αἴγλη καί εὐγένεια. ᾿Ανέδειξε τό πλάσμα στίς γνήσιες διαστάσεις του, τό τοποθέτησε στό αὐθεντικό βάθρο του. Στό σταυρό ὁ Κύριος διεπόμπευσε τίς σατανικές δυνάμεις τῆς ἀποστασίας205. ᾿Εξευτέλισε τό κράτος τοῦ ἐχθροῦ. Συνέτριψε καί κατήργησε τό διάβολο. ῎Εσχισε τό χειρόγραφο τῆς ἁμαρτίας206, τή συναλλαγματική τοῦ θανάτου πού ὑπέγραψε μέ τό χέρι της ἡ Εὔα στήν ᾿Εδέμ. Μέ τό πανάγιο αἷμα του ἀπάλειψε τήν ὑπογραφή τῆς αἰσχύνης, πληρώνοντας ὁ ἴδιος τό βαρύτατο χρέος. Μέ τά ἁπλωμένα στό σταυρό χέρια του «ἥνωσε τά τό πρίν διεστῶτα». ῾Ως μεσίτης μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων ἀπέκτεινε τήν ἔχθρα207 πού ἐδημιούργησεν ἡ ἁμαρτία, ἕνωσε τά διϊστάμενα μέρη (Θεόν καί ἄνθρωπον), συμφιλίωσε τό πλάσμα μέ τόν Πλάστη του, ἔκαμε τόν παραβάτη καί πάλι φίλο καί υἱόν Θεοῦ ἀγαπητό. Στό σταυρό ἑνώθηκαν γῆ καί οὐρανός. Στό ξύλο τῆς ὑπακοῆς ἡ γῆ ἀνυψώθηκε στόν οὐρανό, ἔγινε βασιλεία Θεοῦ, χώρα τῆς χαρᾶς καί τῆς δικαιοσύνης.
Τό ἱερό σύμβολο λέγει, ὅτι ὁ Χριστός ἔπαθε «ὑπέρ ἡμῶν» ἐπί Ποντίου Πιλάτου. ῾Η μνεία τοῦ Ρωμαίου ἡγεμόνα τῆς Παλαιστίνης δέν καταχωρήθηκε «εἰκῇ καί ὡς ἔτυχεν». Μέ τό ὄνομα αὐτό ἡ Σύνοδος θέλησε νά τονίσει τήν ἱστορικότητα τοῦ σταυρικοῦ πάθους τοῦ Κυρίου, τή χρονική στιγμή τῆς θείας οἰκονομίας, νά προλάβει ἴσως τίς ἐπιθέσεις τῶν ἀρνησιχρίστων, οἱ ὁποῖοι ἔμελλαν νά φθάσουν στό σημεῖο νά ἀρνηθοῦν καί αὐτήν ἀκόμη τήν ἱστορικότητα τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ. ῾Ο Πιλᾶτος ὑπῆρξε μιά τραγική ἀνθρώπινη φυσιογνωμία. ῾Η ζωή του βρέθηκε στήν τροχιά τοῦ μαρτυρικοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ. ῾Η πρόνοια τοῦ Θεοῦ τόν ἔταξε νά δικάσει τόν ᾿Ιησοῦ. Τοῦ δόθηκε ἡ σπάνια εὐκαιρία νά γράψει τό ὄνομά του στίς πιό λαμπρές σελίδες τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου. Φάνηκε ὅμως λίγος γιά μία τόσο μεγάλη στιγμή. Δέν ἦταν ὁ ἄνθρωπος ὁ ἄξιος γιά ἕνα τόσο μεγάλο ἐγχείρημα. Αὐτά φυσικά γράφουμε, ἀποβλέποντες αὐστηρά στήν ὑποκειμενική τοποθέτηση τοῦ Πιλάτου στό γενικότερο πλέγμα τοῦ μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας. ῾Ο Πιλᾶτος ἦταν ὁ δικαστής ὁ ἐντεταλμένος στήν αὐστηρή τήρηση τοῦ νόμου καί τήν ἀπονομή δικαιοσύνης καί ὁ μόνος ὑπεύθυνος γιά τήν ὅποια ἔκβαση τῆς περιπέτειας τοῦ Κυρίου. ᾿Εγνώριζε ὅτι τήν καταδίκη τοῦ Χριστοῦ ζητοῦσαν οἱ ῾Εβραῖοι «διά φθόνον»208 καί πίστευε στήν ἀθωότητα τοῦ ὑποδίκου, στόν ὁποῖον «οὐδεμίαν αἰτίαν εὕρισκεν»209. ῾Η σύζυγός του τόν εἶχεν εἰδοποιήσει σχετικά210
῞Ολα συνέτρεχαν στήν ἀπόλυση τοῦ ἀθώου. ῞Ομως ὁ Πιλᾶτος ἀναδείχτηκε ὁ εὐτελής ἐκεῖνος ἀνθρωπίσκος, πού δέν ἤθελε νά χάσει τή φιλία τοῦ Καίσαρα211, ἐλευθερώνοντας τόν δίκαιο. ῎Επλυνε τά χέρια του212, γιά ν᾿ ἀπαλλαγεῖ δῆθεν ἀπό τήν ἐνοχή τοῦ θανάτου τοῦ ἀθώου. Μέ τόν ὑποκριτικό στρουθοκαμηλισμό του πέτυχε ἀκριβῶς τό ἀντίθετο· ἡ πράξη του, πράξη πελώριας ντροπῆς, ἀμαύρωσε τό πρόσωπό του, τό παρέδωσε στό ὄνειδος τῆς ἱστορίας, γιά νά σημαδεύει ἐκείνους, πού, γιά νά μή χάσουν τά ἀξιώματα καί τά προνόμιά τους, στραγγαλίζουν τό δίκαιο, πουλοῦν τή συνείδησή τους καί ἀπαρνοῦνται τό χρέος, μαζί μέ ὅ,τι ἄλλο ἱερό καί ὅσιο ἔχουν οἱ ἄνθρωποι!
᾿Αλλά καί ἕνα ἄλλο πρόσωπο σκοτεινό, πολύ τραγικότερο τοῦ Πιλάτου, συνέβη νά βρεθεῖ στόν κύκλο τοῦ θείου δράματος· ὁ ᾿Ιούδας! ῾Ο υἱός τῆς κατάρας καί τῆς ἀπωλείας213. ῾Ο δοῦλος τοῦ διαβόλου καί δόλιος. Τό πικρό πλάσμα πού ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἔταξε στόν κύκλο τῶν μαθητῶν τοῦ Διδασκάλου καί τοῦ ἔδωσε τή μεγάλη τιμή νά γίνει ἀπόστολος τοῦ Θεανθρώπου. ῎Αν δέ ὁ Πιλᾶτος φάνηκε λίγος στή συγκυρία τοῦ θεανθρωπίνου δράματος, ὁ ᾿Ιούδας φάνηκε ἐλάχιστος. Καί ὁ μέν Πιλᾶτος δέν εἶχε τήν εὐκαιρία νά ζήσει βαθιά τό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ Κυρίου, ἀστοχώντας στήν ἡγεμονική καί δικαστική ἀποστολή του. ῏Ηταν ἕνας φθαρμένος ὑπάλληλος. ῾Ο ᾿Ιούδας ὅμως εἶχε γνωρίσει τήν προσωπικότητα τοῦ Διδασκάλου. ῎Ισως λάθεψε στό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ. ῾Ως μαθητής ὅμως ἔζησε κοντά του τρία ὁλόκληρα χρόνια. Εἶδε τά θαύματά του· κατακλύστηκε ἀπό τόν ὠκεανό τῆς ἀγάπης του. Καί ὅμως ἐνσυνείδητα τόν πρόδωσε. ᾿Εκ προμελέτης τόν ἐδολοφόνησε. ῾Η μεταμέλειά του, ὄχι ἀποτέλεσμα ἀληθινῆς μετάνοιας, ἀλλά γέννημα τοῦ σαλεμένου μυαλοῦ καί τῆς ἀγριεμένης του συνειδήσεως, σέ τίποτε δέν τοῦ χρησίμευσε. Τό σκοινί τῆς ἀγχόνης ἦταν τό δίκαιο ἐπιστέγασμα τῆς φιλαργυρίας καί ἀχαριστίας του214. Τά τριάκοντα ἀργύρια ἔμειναν καί αὐτά παροιμιώδη στήν ἱστορία σάν ζοφερό σύμβολο αἰσχύνης, τό δέ πρόσωπό του παραδόθηκε στό ὄνειδος τῶν ἀνθρώπων, ἐπί κεφαλῆς ὅλων ἐκείνων πού προδίδουν τά ὅσια καί τά ἱερά 215!

«Καί παθόντα καί ταφέντα».

Τό πάθος καί ἡ ταφή τοῦ Κυρίου ἀποτελοῦν τό ἐπιστέγασμα τῆς ἄφατης «κενώσεως» τοῦ Λόγου. Στά γεγονότα αὐτά κατέληξε μία ζωή ντυμένη στήν ταπείνωση, ὁ πόνος καί ἡ ὀδύνη τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ στήν πιό πικρή στιγμή τοῦ ἀνθρώπου, στή ζωή τοῦ πλάσματος τή ζυμωμένη μέ τόση κακοπάθεια.
Τό πάθος τοῦ Κυρίου ἦταν πάθος πραγματικό. Δέν ἦταν φασμαγωγία, ἐπίφαση πάθους, ὅπως ὑποστήριζαν οἱ Γνωστικοί216. ῾Ο Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔπαθε «σαρκί», δηλαδή στήν ἀναληφθεῖσα σάρκα του. Δέν ἔπαθε φυσικά ἡ θεία του φύση, ἡ ὁποία ἦταν ἀπαθής καί ἄφθαρτη. Τό πάθος ὑπέστη ἡ ἀνθρώπινη, πού ἦταν φύση τρεπτή καί ἀλλοιωτή. ῞Οπως ὅμως ἐπανειλημμένα ἐτονίσαμε, τό πάθος τῆς ἀνθρώπινης φύσεως τό ἔκανε δικό του ὁ Θεός στό ἀΐδιο πρόσωπο τοῦ Λόγου. ᾿Επάνω στό σταυρό ἔπαθε ὁ Χριστός ὄχι ὡς ἄνθρωπος ψιλός (κακοδοξία τοῦ Νεστορίου), ἀλλ᾿ ὡς Θεάνθρωπος. Μέ τήν ἔννοιαν αὐτή τό πάθος τοῦ ἀνθρώπου ἦταν καί πάθος τοῦ Θεοῦ. ῾Ο Λόγος ἔπαθε πραγματικά καί ἀπέθανε στήν ἀναληφθεῖσα σάρκα του. Μυστήριο βέβαια μέγα καί ἀνεξιχνίαστο, προσιτό μονάχα στή θεωμένη πίστη καί ταπείνωση.
Στό σταυρό κορυφώθηκε ὁ πόνος καί ἡ ὀδύνη τοῦ Θεανθρώπου. Πόνος ἀναίτιος καί ἅγιος, διότι τίποτε δέν χρεωστοῦσε ὁ Θεάνθρωπος στήν ἁμαρτία, τῆς ὁποίας γέννημα ὑπῆρξεν ὁ πόνος τῆς πεσμένης φύσεως. ῏Ηταν πόνος πού γεύτηκε ἑκούσια ὁ ἀναμάρτητος, παίρνοντας ἀπάνω του τόν πόνον ὅλων τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων. Μέ τόν τρόπο αὐτό μεταμορφώθηκε ὁ πόνος τῆς φθαρμένης φύσεως, ἐνοφθαλμιζόμενος στόν πόνο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. ῎Εκτοτε κάθε πόνος πού γίνεται στό ὄνομα τοῦ Κυρίου εἶναι πόνος λυτρωτικός καί σωτήριος. Λυώνει τήν ἁμαρτία μέ τή φωτιά τῆς θεανθρωπότητος.
Τό σταυρικό πάθος τοῦ Κυρίου εἶχε σάν συνέπεια τήν κατάργηση τοῦ θανάτου. Μέ τό θάνατό του ὁ Σωτήρ ἐπάτησε τό θάνατο. «Θανάτῳ θάνατον πατήσας», ψάλλει πανηγυρικά ἡ ᾿Εκκλησία μας. Γιατί ἦταν ὁ θάνατος τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, πού, καί σάν Υἱός ἀνθρώπου, οὐδέν ὄφειλε στό θάνατο. Τό πικρό σῶμα τῆς ἁμαρτίας πού ἔσταζε φθορά ἀπό τότε πού στήν ᾿Εδέμ χάλασε ἡ πρωτόκτιστη φύση, ἐρχόμενο σέ ἐπαφή μέ τό θάνατο τῆς ἀφθαρσίας καί τῆς ἀθανασίας (κατανοοῦμε φυσικά τή σημασία τοῦ ὀξύμωρου αὐτοῦ σχήματος), ἔχασε τή σημασία του, ἀπέβαλε τό πικρό δηλητήριό του, νικήθηκε κατά κράτος καί ὁ θάνατος πῆρε μία ὁλότελα καινούργια μορφή στόν ὠκεανό τῆς ἀνακαινίσεως τῶν πάντων. ῎Εγινε θάνατος ἀθάνατος, θάνατος ἄφθαρτος, ἀναστημένος θάνατος!
Στό σταυρό ὁ Θεάνθρωπος συνάντησε τόν ἄνθρωπο, τόν κατακομματιασμένο ἀπό τά ἄγρια κτυπήματα τοῦ ἐχθροῦ, τόν ψυχορραγοῦντα στήν ἐρήμωση καί τήν ἐγκατάλειψη217, τοῦ ἔπλυνε στοργικά τίς πληγές μέ τό δικό του αἷμα, τοῦ ἔδεσε τά τραύματα μέ τά δικά του τρυπημένα χέρια, τοῦ ἔδωσε νά θηλάσει τή ζωή ἀπό τή δική του τρυπημένη σάρκα, τοῦ ἔστεψε τήν κεφαλή μέ τό δικό του ἀκάνθινο στεφάνι καί τόν ἔκανε πλάσμα ὄμορφο καί ὡραῖο, μεταγγίζοντάς του τή δική του λυτρωτική κακοπάθεια καί ἀμορφία.
Στήν ἀντινομία τοῦ μαρτυρικοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ βρίσκει ἡ φύση τή λύση τοῦ ὑπαρξιακοῦ της δράματος, πού ἄρχισε νά γράφεται μέ τήν ἀποστασία τοῦ πρώτου ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό. ῾Η πρώτη ἐκείνη ἀντινομία τῆς ᾿Εδέμ θεραπεύεται στή δεύτερη μεγάλη ἀντινομία τοῦ σταυροῦ· ἡ ἀντινομία τοῦ ἀνθρώπου στήν ἀντινομία τοῦ Θεανθρώπου. ῾Ο Γολγοθᾶς νίκησε τήν ᾿Εδέμ, γιατί σ᾿ αὐτόν δέν ἦταν μία φύση μονάχη, παλεύοντας τήν κακότητα καί τήν ἀγριάδα τῆς ἁμαρτίας· ἦσαν δύο φύσεις κραταιές καί θεοδύναμες, ἡ θεοφόρητη σάρκα τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου, δεμένες σέ μία ἕνωση ἀδιάσπαστη καί ἀδιαχώριστη. ῎Ετσι πού ὁ ἐχθρός στή σύγκρουση στό σταυρό νά μήν ἔχει καμιά ἀπολύτως δυνατότητα σωτηρίας καί διαφυγῆς. ῾Ο διάβολος στό σταυρό συνάντησε μεταμφιεσμένο τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, προσέκρουσε στό ἂὃὴ τῆς θείας φύσεως ντυμένης τή σάρκα τοῦ Υἱοῦ τῆς Παρθένου. Καί μή ἔχοντας αἴσθηση τοῦ ἐγχειρήματός του, τόλμησε νά πλήξει τόν κενωθέντα Λόγον! Νά κτυπήσει ἐκεῖνον πάνω στόν ὁποῖο καμιά δέν εἶχε ἐξουσία. Νά πλήξει τόν ἀναμάρτητο! ᾿Ανοίχθηκε στή μάχη καί ἔχασε τά πάντα. Γιατί ἀπό τόν φαινομενικά ἀδύναμον ἄνθρωπο, τόν κρεμασμένον ἀπό τό ξύλο τῆς ἀτιμίας, ἐκπορεύονταν οἱ κεραυνοί τῆς θείας δικαιοσύνης καί ὀργῆς, πού ἔπληξαν ἀμείλικτα στήν καρδιά της τή σατανική δυναστεία του. ῾Η κένωση τοῦ Λόγου ἐκένωσε τό διάβολο ἀπό τήν ἰσχύ καί τήν ἐξουσία του καί γέμισε τόν ἄνθρωπο μέ Θεό. ῾Ο θάνατος τοῦ Θεοῦ ἐθανάτωσε τό θάνατο. ῎Ω ἀντινομία λυτρωτική καί σωτήρια! Πόσο πυρπολεῖς τήν καρδιά τῆς ᾿Ορθοδοξίας, γεμίζεις μέ ὀξυγόνο αἰσιοδοξίας καί χαρᾶς τούς πνευματικούς θαλάμους της, ἀφθαρτίζεις τή χριστοποιημένη σάρκα της!
Στό σταυρικό θάνατο τοῦ Χριστοῦ ἀκολούθησε ἡ ταφή του, σημεῖο καί αὐτό τῆς ἀλήθειας τοῦ θανάτου του. Μέριμνα γιά τήν ταφή τοῦ νεκροῦ σώματος ἔλαβαν οἱ κρυφοί μαθητές, ὁ ᾿Ιωσήφ ὁ ἀπό ᾿Αριμαθαίας καί ὁ Νικόδημος. Τό σῶμα ἐνταφιάστηκε πρόχειρα σέ μνημεῖο καινό «λελατομημένον ἐκ πέτρας»218, στό ὁποῖο κανένας ἄλλος προηγουμένως δέν εἶχεν ἐνταφιαστεῖ.
Στό μνῆμα τό πανακήρατο σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἔμεινε τρεῖς μέρες καί τρεῖς νύχτες. Δέν γνώρισε διαφθορά, γιατί ἦταν σῶμα θεοχώρητο καί θεοδύναμο. Μετά τό χωρισμό του ἀπό τήν ψυχή, ἡ θεότητα δέν τό ἐγκατέλειψε· καί τοῦτο γιατί –ὡς πολλάκις ἐτονίσαμε– ἡ ἕνωση τῶν φύσεων στόν Χριστόν ἦταν ἀδιάσπαστη καί ἀδιαχώριστη. Αὐτό πού προσέλαβεν ὁ Χριστός τό ἔδεσε τόσο στενά μέ τή θεότητά του, ὥστε οὐδέποτε ἐπρόκειτο εἰς τό ἑξῆς νά τό ἐγκαταλείψει. Μετά τήν ᾿Ανάσταση τοῦ Λυτρωτῆ τό ἀφθαρτοποιημένο σῶμα του, ἑνωμένο καί πάλι μέ τήν ἀθάνατη ψυχή του, ἔμελλε νά ἐγκαθιδρυθεῖ αἰώνια καί ἀδιάστατα στούς μακαρίους κόλπους τῆς Τριάδος στήν ἀπεραντοσύνη τῆς θείας βασιλείας.
Στόν τάφον ὁ Σωτήρ ἐτέλεσε αἰώνιο σαββατισμό, πού ἦταν ὁ δεύτερος μετά τόν πρῶτο τῆς δημιουργίας. ῞Οπως ὁ Θεός, μετά τό πέρας τοῦ δημιουργικοῦ ἔργου του ἐτέλεσε, τήν ἕβδομη ἡμέρα, τόν πρῶτο σαββατισμό, κατέπαυσε δηλαδή ἐκ τῶν ἔργων του, ἰδών ὅτι ὅσα πλάστηκαν ἦσαν «καλά λίαν», ἔτσι καί ὁ Χριστός τέλεσε στό μνῆμα δεύτερο αἰώνιο σαββατισμό, ξεκουράστηκε ἀπό τό λυτρωτικό ἔργο του, τό ὁποῖον εἶδε ὅτι ἦταν καλό, σύμφωνο μέ τήν προαιώνια δημιουργική βουλή τοῦ Πατρός.
᾿Απέμενε φυσικά ἡ τελειωτική φάση τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ, ἡ πανηγυρική ἐκπόρθηση τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου, τήν ὁποίαν ἐπραγματοποίησε στόν ῞Αδη, εὐθύς μετά τόν ἀποχωρισμό της ἀπό τό ὑλικό σῶμα ἡ λογική ψυχή τοῦ ᾿Ιησοῦ. ᾿Από τή στιγμή αὐτή φθάνει στό ἀποκορύφωμά του τό βασιλικό λυτρωτικό ἀξίωμα τοῦ Κυρίου. Γιατί στόν ῞Αδη δέν κατέβηκε ὁ Χριστός σάν ἕνας φαινομενικά ἀδύνατος ἄνθρωπος, ὅπως φαινόταν στό σταυρό, ἀλλά σάν κραταιός ἐκπορθητής, σάν βασιλιάς κραταιός καί δυνατός, συντρίβοντας στή ζωαρχική παλάμη του τά κλεῖθρα τῆς φθορᾶς καί σπάζοντας τούς σκουργιασμένους μοχλούς καί τίς ἀμπάρες τοῦ θανάτου. ῾Η ψυχή τοῦ Χριστοῦ ἦταν καί αὐτή θεοχώρητη καί θεοδύναμη, ὡς ἀδιάσπαστα ἑνωμένη μέ τή θεότητα. Κατεβαίνοντας, λοιπόν, ἐκεῖ, ἔπληξε μέ τήν ἀστραπή τῆς θεότητός του στήν καρδιά του τό σκοτεινό βασίλειο τοῦ ῞Αδη, ὁ ὁποῖος μή φέροντας στά σπλάχνα του τή φωτιά τοῦ Θεοῦ, ἐξήμεσε ὅλες τίς ψυχές τῶν νεκρῶν, πού κρατοῦσε φυλακισμένες στά ἀνήλια βάθη του. ῾Η θεοδύναμη ψυχή τοῦ Κυρίου προκάλεσε ἀναστάτωση στό ἀδηφάγο στομάχι τῆς φθορᾶς, τό ὁποῖο δέν μπόρεσε νά κρατήσει τό μακάβριο περιεχόμενό του. ᾿Απέδωσε τούς νεκρούς ἡ κοιλιά τοῦ ῞Αδη, εὐθύς ὡς ἀντίκρυσε στά βάθη της τό βασιλέα τῆς δόξης.
Παράλληλα ὁ Σωτήρ, ἀσκώντας στόν ῞Αδη τό βασιλικό καί τό προφητικό του ἀξίωμα, κήρυξε στούς ἀπ᾿ αἰῶνος νεκρούς «λύτρωσιν ἀψευδῆ», τή σωστική τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου ἀλήθεια. Ποιά ἦταν ἡ φύση τῆς διδασκαλίας αὐτῆς, ποιοί καί πόσοι τή δέχτηκαν καί λυτρώθηκαν ἀπό τό σκοτεινό χωρίο τοῦ θανάτου, δέν γνωρίζουμε. ῞Οπως παραμένει πάντοτε προβληματική ἡ ἀποδοχή σωτηρίας στόν ῞Αδη, ὅπου δέν ὑπάρχει μετάνοια, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀπαραίτητη συνθήκη τῆς σωτηρίας. Τό βέβαιο εἶναι, ὅτι δέν σώθηκαν ὅλοι στό σκοτεινό καταγώγιο τοῦ θανάτου. ῾Υπῆρξαν καί ἐκεῖνοι πού δέν πίστευσαν στό Λυτρωτή καί δέν δέχτηκαν τή λυτρωτική του ἀλήθεια.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

196. Ματθ. 7,29. Μάρκ. 1,22.
197. ᾿Ιω. 7,47.
198. ᾿Ιω. 14,6· «᾿Εγώ εἰμι ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή».
199. «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. 11,28).
200. Πρότυπο τῆς ἀρχιερωσύνης τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἡ ἀρχιερωσύνη τοῦ Μελχισεδέκ, βασιλέως Σαλήμ, ὁ ὁποῖος «ἀπάτωρ, ἀμήτωρ, ἀγενεαλόγητος, μήτε ἀρχήν ἡμερῶν μήτε ζωῆς τέλος ἔχων, ἀφωμοιωμένος δέ τῷ υἱῷ τοῦ Θεοῦ, μένει ἱερεύς εἰς τό διηνεκές» (῾Εβρ. 7,2. 3). ῾Ο Χριστός ἐχρημάτισε «ἱερεύς εἰς τόν αἰῶνα κατά τήν τάξιν Μελχισεδέκ» (῾Εβρ. 5,6).
201. «…οὐδέ δι᾿ αἵματος τράγων καί μόσχων, διά δέ τοῦ ἰδίου αἵματος, εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τά ἅγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος» (῾Εβρ. 9,11. 12).
202. «῞Ος τάς ἁμαρτίας ἡμῶν ἀνήνεγκεν ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ ἐπί τό ξύλον, ἵνα ταῖς ἁμαρτίαις ἀπογενόμενοι τῇ δικαιοσύνῃ ζήσωμεν· οὗ τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἰάθητε» (1 Πέτρ. 2,24).
203. «῞Ωσπερ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦναι τήν ψυχήν αὐτοῦ λύτρον ἀντί πολλῶν» (Ματθ. 20,28).
204. Στήν ἀρχαία ᾿Εκκλησία διατυπώθηκε ἡ περί δικαιωμάτων τοῦ Σατανᾶ θεωρία (᾿Ωριγένης, Γρηγόριος Νύσσης). Κατά τή θεωρία αὐτή, ὁ διάβολος εἶχε δικαιώματα στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖες στή ζωή τους ἀκολούθησαν τό θέλημα καί τίς εἰσηγήσεις του. ῾Ο Θεός ἔκαμε μέ αὐτόν μιά συναλλαγή· νά κρατήσει αἰχμάλωτη τήν ψυχή τοῦ ᾿Ιησοῦ, ἐπί τῆς ὁποίας ὅμως κανένα ἀπολύτως δικαίωμα δέν εἶχε (ἦταν τελείως ἀναμάρτητη) καί ὡς ἀντάλλαγμα νά ἐλευθερώσει ὅλες τίς ἄλλες ψυχές, τίς ὁποῖες κρατοῦσε δέσμιες στή σκοτεινή του ἐπικράτεια. ῾Ο διάβολος δέχτηκε τή συμφωνία, βλέποντας στή ψυχή τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία θανάσιμα μισοῦσε, πολύ μεγάλο καί σπάνιο ἀντάλλαγμα. Παραπλανήθηκε ὅμως ἀπό τόν Θεό, ὁ ὁποῖος δέν τοῦ ἐφανέρωσε ὅλες τίς πτυχές τῆς συμφωνίας, δηλαδή τό μυστήριο τῆς φύσεως τοῦ Χριστοῦ. ῎Ετσι, ὅπως τό λαίμαργο ψάρι πού ὁρμᾶ γιά νά τσιμπήσει τό δόλωμα συλλαμβάνεται, χωρίς νά τό ξέρει, ἀπό τό ἀγκίστρι πού εἶναι κρυμμένο κάτω ἀπό αὐτό, ἔτσι καί ὁ Σατανᾶς, ὁρμώντας νά καταπιεῖ τή ψυχή τοῦ Θεανθρώπου, χωρίς νά ἔχει αἴσθηση τοῦ πράγματος, πιάστηκε ἀπό τό ἄγκιστρο τῆς θεότητος, πού ἦταν κρυμμένο κάτω ἀπό τή θεοχώρητη ψυχή του, ἀφήνοντας ἐλεύθερες ὅλες τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων πού παράνομα κατακρατοῦσε. ῾Η θεωρία αὐτή δέν ἐπικράτησε στή σωτηριολογία τῆς ἀρχαίας ᾿Εκκλησίας, ἄν καί ἴχνη αὐτῆς ἐξακολουθοῦν νά ὑπάρχουν στά λειτουργικά βιβλία τῆς ᾿Εκκλησίας μας. Κύριο ἐπιχείρημα ἐναντίον της εἶναι τό στοιχεῖο τοῦ δόλου. ῾Ο Θεός δέν ἐπιτρέπεται νά δολιευτεῖ οὔτε καί αὐτόν ἀκόμη τό διάβολο, ἄσχετα ἄν αὐτός δολιεύτηκε πρῶτος τόν ἄνθρωπο (Βλ. ᾿Α. Θεοδώρου, ῾Η περί δικαιωμάτων τοῦ Σατανᾶ θεωρία ἐν τῇ σωτηριολογίᾳ τῆς ἀρχαίας ᾿Ανατολικῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Αθῆναι, 1957).
205. Κολ. 2,15.
206. Κολ. 2,14.
207. ᾿Εφ. 2,16· «ἀποκτείνας τήν ἔχθραν ἐν αὐτῷ».
208. «῎ῌδει γάρ ὅτι διά φθόνον παρέδωκαν αὐτόν» (Ματθ. 27,18. Μάρκ. 15,10).
209. «Οὐδέν εὑρίσκω αἴτιον ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ» (Λουκ. 23,4).
173
210. Ματθ. 27,19.
211. «᾿Εάν τοῦτον ἀπολύσῃς, οὐκ εἶ φίλος τοῦ καίσαρος» (᾿Ιω. 19,12).
212. Ματθ. 27,24.
213. ᾿Ιω. 17,12.
214. Ματθ. 26,5· «καί ἀπελθών ἀπήγξατο».
215. Πολλοί χριστιανοί προβληματίζονται, διερωτώμενοι ἄν στήν πραγματικότητα ὁ ᾿Ιούδας ἦταν προσωπικά ὑπεύθυνος διά τήν προδοσία, ἀφοῦ σ᾿ αὐτό τόν εἶχε τάξει ὁ Θεός. ῾Ο συλλογισμός δέν εἶναι σωστός. ῾Ο Θεός δέν ἔταξε τόν ᾿Ιούδα νά γίνει προδότης. ῎Αν συνέβαινε αὐτό, προδότης θά ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Θεός πού χρησιμοποίησε ἕνα τυφλό καί ἄβουλο ὄργανο διά τήν προδοσία. ᾿Αντίθετα, τόν ἔταξε νά γίνει μαθητής. Τόν κάλεσε ἰσότιμα καί «ἐπί ἴσοις ὅροις» μέ τούς ἄλλους μαθητές στό χορό τῶν ᾿Αποστόλων. Αὐτός ὅμως μέ τή θέλησή του ἄλλα ἔπραξε. Αὐτό ἀκριβῶς προεῖδεν ὁ Θεός. Προεῖδε τήν ἐλεύθερη προδοσία τοῦ μαθητῆ, τήν ὁποίαν κατέγραψε καί ἡ προφητεία. ῾Η φιλαργυρία, ἡ ἀχαριστία καί ἡ φονικότητα δέν ἦσαν καταστάσεις πού ἐφύτευσεν ὁ Θεός μέσα στή ψυχή τοῦ προδότη, ἀλλά ἐλεύθερα ἐκδηλώματα τῆς σκοτισμένης του φύσεως. ᾿Απ᾿ αὐτά γεννήθηκε ἡ προδοσία καί γι᾿ αὐτήν ὑπῆρξε ἀπόλυτα ὑπεύθυνος ὁ προδότης. Διά τό δράμα του καμιά σχέση ὑπευθυνότητος δέν εἶχεν ὁ Θεός. ῾Η ὅποια χρονική συγκυρία δέν ἀμνηστεύει τίς ἐλεύθερες ἐνέργειες τῶν ἀνθρώπων. ῾Η συγκυρία εἶναι τό πλαίσιο τῆς ἀνθρώπινης ἐνέργειας· δέν εἶναι ἡ καθοριστική αἰτία της. Καθοριστική αἰτία εἶναι ἡ συνείδηση καί ἡ ὅποια ποιότητα τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος, τό ἦθος τῆς ψυχῆς, ὁ λόγος. Γιά ὅλ᾿ αὐτά θά δώσει λόγον ὁ ἄνθρωπος στόν Θεό, λόγο προσωπικῆς εὐθύνης, καί ὄχι γιά τή χρονική στιγμή τοῦ βίου του. Καμιά ἑτεραρχικότητα, κανένας ἀπόλυτος προορισμός δέν ὑπάρχουν στήν ἀπειρόσοφη πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Τό ἀντίθετο θ᾿ ἀποτελοῦσε ὕβρη γιά τόν πάνσοφο καί ἀγαθόδωρο Πλάστη!
216. Οἱ Γνωστικοί (ὁ Μαρκίων), θεωροῦντες δυαρχικά τήν ὕλην ὡς κακήν, προσπαθοῦσαν ν᾿ ἀποσυνδέσουν ἀπό τόν Χριστόν ὅ,τι ὑλικό καί αἰσθητό ἀφοροῦσε στή φύση του. ῎Ετσι δίδασκαν ὅτι δέν γεννήθηκε φυσιολογικά ἀπό τή Μαρία, ἀλλ᾿ ἐμφανίστηκε ξαφνικά ἐνήλικος ἐπί τῆς γῆς, κατά τό 15ο ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Τιβερίου. ῾Επομένως δέν γεννήθηκε πραγματικά οὔτε πέρασε ἀπό τά στάδια τῆς φυσικῆς αὐξήσεως καί ἐνηλικιώσεως. Δέν ἔλαβε ἀληθινή φύση ἀπό τή Μαρία, ἀλλά πέρασε ἀπ᾿ αὐτήν, ὅπως τό νερό περνᾶ ἀπό τό σωλῆνα (Βλ. ᾿Α. Θεοδώρου, ῾Ιστ. Δογμάτων, Α/1. ᾿Εν ᾿Αθήναις 1963, σ. 370 ἑξ.).
217. Λουκ. 10,30.
218. Μάρκ. 15,46.

Άρθρον Πρώτον
Άρθρον Δεύτερον
Άρθρον Τρίτον
Άρθρον Τέταρτον
Άρθρον Πέμπτον
Άρθρον Έκτον
Άρθρον Έβδομον
Άρθρον Όγδοον
Άρθρον Ένατον
Άρθρον Δέκατον
Άρθρον Ενδέκατον
Άρθρον Δωδέκατον
Οι Δέκα Εντολές και ο Νόμος της Χάριτος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

(c) orthodoxanswers.gr Το παρόν site είναι αφιερωμένο στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και στην υπερευλογημένη Θεοτόκο.
Με την χάρη του Τριαδικού Θεού οι "Ορθόδοξες Απαντήσεις" βρίσκονται στο διαδίκτυο από το 2006.